Η Θεσσαλονίκη της ανάπτυξης.

Από το Μάϊο το 1936 και τη μάνα που θρηνούσε πάνω στο σκοτωμένο της γιο, θύμα της αγριότητας των αστυνομικών στη διαδήλωση των καπνεργατών και από τον Μάϊο του 1963 και τη δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη από το παρακράτος, μέχρι το Νοέμβριο του 2006 και τον άγριο ξυλοδαρμό, χωρίς λόγο, ενός Κύπριου φοιτητή από μια… ζαρντινιέρα, πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς μεγάλες αλλαγές.
Όπως πολλά χρόνια πέρασαν και από τις μαζικές λαοσυνάξεις που οργάνωναν εκκλησιαστικές και παραεκκλησιαστικές οργανώσεις το 1993, διεκδικώντας να διαμορφώσουν εξωτερική πολιτική, μέχρι και τις πρόσφατες διαδηλώσεις των εθνικιστών «Μακεδονομάχων» εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών, μιας συμφωνίας που εγκαινιάζει μια νέα εποχή ειρήνης και ανάπτυξης στα Βαλκάνια.
Πολλά χρόνια όμως έχουν περάσει χωρίς να αλλάξουν πολλά πράγματα και από την ίδρυση, με βασιλικό διάταγμα, του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης, του γνωστού ΟΑΣΘ, το 1958. Ενός κατ’ επίφαση ιδιωτικού, κατ’ ουσία όμως κρατικοδίαιτου οργανισμού που απομύζησε επί δεκαετίες το δημόσιο χρήμα προς όφελος πελατειακών και κομματικών συμφερόντων, μέχρι και σήμερα, που η πόλη εξακολουθεί να είναι όμηρος των ίδιων λεωφορείων. Με τη μόνη διαφορά ότι σήμερα, επιτέλους, το μόρφωμα τελεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, έχοντας καταλήξει στον πραγματικό του χρηματοδότη, το δημόσιο. Παραδίδοντάς του όμως προβληματικά, λόγω παλαιότητας, λεωφορεία...
Κάποτε μια πόλη ανοικτή και πολυπολιτισμική, που εξελίχθηκε σε κλειστή και εσωστρεφή, πεδίο δράσης σκοτεινών παρακρατικών και παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και φυτώριο αναχρονιστικών και ακραίων αντιλήψεων, η Θεσσαλονίκη πορεύεται συντροφιά με τη φτώχεια, την ανεργία και την υπανάπτυξη.
Μια πόλη προσανατολισμένη ακόμη και σήμερα στον από βορρά κίνδυνο, σε έναν γεωστρατηγικό στόχο μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί, της εποχής του ψυχρού πολέμου…
Μια πόλη ανομοιογενής, που οι σκοτεινοί μηχανισμοί του παρακράτους δρούσαν την ίδια ώρα που μεγάλοι ποιητές, σημαντικοί ζωγράφοι και διεθνώς καταξιωμένοι επιστήμονες άφηναν το στίγμα τους στα γράμματα και τις τέχνες.
Η περιπέτεια του Μετρό, του πιο σύντομου ανέκδοτου της πόλης, που ξεκίνησε το 2006 με συμβατική ημερομηνία ολοκλήρωσης το 2012, οπότε και η κατασκευή του μετρούσε ήδη 5 χρόνια καθυστέρησης, για να σταματήσει αργότερα, το 2014, είναι χαρακτηριστική και δικαιολογεί τη μόνιμη δυσαρέσκεια, αλλά και τη δυσπιστία και την καχυποψία της πόλης, συντηρώντας την εσωστρέφεια και την προτίμησή της σε ακραίες θεωρίες συνωμοσίας.
Τα τελευταία χρόνια όμως η πόλη ζει μια μεγάλη ανατροπή.
Η επανεκκίνηση του Μετρό το 2016, τα εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρώ των επενδύσεων στο έργο, οι χιλιάδες θέσεις εργασίας και η ήδη δρομολογημένη ολοκλήρωσή του το 2020, όπως και η έναρξη της κατασκευής των επεκτάσεων του έργου προς τις πολυπληθείς και μη προνομιούχες δυτικές περιοχές της πόλης, από κοινού με την ολοκλήρωση μετά από δεκαετίες των σηράγγων των Τεμπών, όπως και την ηλεκτροκίνηση της σιδηροδρομικής γραμμής, που συντομεύουν σημαντικά την οδική και σιδηροδρομική σύνδεση της πόλης με την υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και η εξυγίανση του ΟΑΣΘ και το τέλος του σχετικού πάρτι, δεν είναι μόνο μεγάλες εκσυγχρονιστικές κατακτήσεις στο πεδίο των υποδομών και των συγκοινωνιών.
Πολύ περισσότερο, σηματοδοτούν το τέλος της περιόδου των ματαιωμένων υποσχέσεων που καλλιέργησαν ένα κλίμα αναχρονισμού, μιζέριας και ηττοπάθειας.
Η ανάπτυξη, που για πρώτη φορά χτυπά την πόρτα της Θεσσαλονίκης, είναι η μόνη εγγύηση για την εξάλειψη των σκοτεινών πρακτικών και των ακραίων αντιλήψεων του παρελθόντος.
Τα χρόνια που έρχονται θα είναι χωρίς αμφιβολία χρόνια που η Θεσσαλονίκη θα λούζεται στο φως για πολύ περισσότερο χρόνο από όσο διαρκούν τα φώτα της Έκθεσης...

* Το άρθρο του Καθηγητή Γιάννη Α. Μυλόπουλου, Προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε., δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2018, στη Νέα Σελίδα.