ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Η ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

Η Ευρώπη του νεοφιλελευθερισμού

Το επιθετικό και άκρως ανταγωνιστικό νεοφιλελεύθερο αναπτυξιακό μοντέλο που επιβλήθηκε τα χρόνια της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας και το οποίο είναι πλέον κυρίαρχο παντού στον πλανήτη, αφού το άνοιγμα των αγορών και η κατάργηση των συνόρων για την διακίνηση κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργατικών χεριών επεκτάθηκε χωρίς αντιστάσεις και χωρίς να υπάρχει αντίπαλο δέος, βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα και της Ευρωπαϊκής πολιτικής και επηρεάζει καθοριστικά τόσο τους τομείς της οικονομίας και της ανάπτυξης, όσο όμως και τα κοινωνικά και οικολογικά ζητήματα, καθώς και τα ζητήματα των θεσμών και της δημοκρατίας στην Ευρώπη.
Ποιο είναι όμως το ίχνος που αφήνει σήμερα στην κοινωνία, το περιβάλλον και τους θεσμούς το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης που εισήγαγε και επέβαλε η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας;

Οι κοινωνικές ανισότητες

Είναι σήμερα γνωστό από την Έκθεση της οργάνωσης Oxfam που παρουσιάστηκε στο παγκόσμιο οικονομικό φόρουμ του Νταβός το 2017, ότι η περιουσία οκτώ μόλις ανθρώπων, οι οποίοι ανήκουν στην ολιγαρχία του πλούτου που δημιούργησε το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, είναι ίση με τον πλούτο του φτωχότερου μισού του πληθυσμού της γης, που αντιστοιχεί σε 3,6 δισεκατομμύρια κατοίκους.
Σε απολύτως αντίστοιχα συμπεράσματα όσον αφορά τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες καταλήγει και η έκθεση της Credit Suisse, όπου προκύπτει ότι το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει συγκεντρώσει στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης τον μισό πλούτο της γης, τη στιγμή που για την επιβίωση του 90% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχει μείνει διαθέσιμο μόλις το 13% του παγκόσμιου πλούτου.
Τα στοιχεία για την Ελλάδα δείχνουν ακόμη μεγαλύτερες ανισότητες, καθώς το 1% του πληθυσμού της χώρας, κατέχει σήμερα το 56% του πλούτου της. Η άνιση κατανομή του πλούτου διευρύνθηκε μάλιστα στα χρόνια της κρίσης, καθώς η οικονομική ολιγαρχία, το 1% δηλαδή του πληθυσμού της χώρας, αύξησε τον πλούτο της από το 46% του εθνικού πλούτου που κατείχε προ κρίσης, σε 56% σήμερα. Γεγονός που σημαίνει ότι την ώρα που η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πλήττονταν από λιτότητα, φτώχεια και ανεργία, κάποιοι, πολύ λίγοι, γίνονταν πλουσιότεροι, προφανώς σε βάρος των άλλων…

Τα οικολογικά αδιέξοδα

Σήμερα όμως είναι επίσης γνωστό ότι για να αποκτήσει πρόσβαση το σύνολο του πληθυσμού στα αγαθά του επιθετικού και άκρως ανταγωνιστικού μοντέλου της ανάπτυξης που εισήγαγε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, θα χρειάζονταν 3 πλανήτες σαν τη γη προκειμένου να συντηρήσουν με την ατμόσφαιρα, το έδαφος, το νερό, τα τρόφιμα, τους ορυκτούς, ενεργειακούς και λοιπούς φυσικούς τους πόρους αυτή την ανάπτυξη.
Με απλά λόγια η ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης ξεπέρασε την φέρουσα ικανότητα του πλανήτη.
Το κοινωνικό πρόταγμα συνεπώς στο οποίο στηρίχθηκε το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο υποσχόταν ότι η απόλυτη ελευθερία των αγορών και η ενίσχυση του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού αποσκοπούσε στην εξάπλωση των αγαθών της ανάπτυξης στο σύνολο του πληθυσμού του πλανήτη, ήταν ψευδές και σκοπίμως παραπειστικό.

Το ίχνος του νεοφιλελευθερισμού

Το ίχνος λοιπόν που αφήνει πίσω της η επιθετική ανάπτυξη, με τους φρενήρεις ρυθμούς του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού τους οποίους επέβαλε παντού, είναι οι μεγάλες ανισότητες στον πλανήτη υπέρ των λίγων και σε βάρος των πολλών, καθώς και η εκτεταμένη καταστροφή στο οικοσύστημα και στους φυσικούς πόρους που συντηρούν τη ζωή και την ανάπτυξη στη γη.
Δεν την αντέχει, με άλλα λόγια, την ανάπτυξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ο πλανήτης και γι αυτό αυτή η επιθετική μορφή ανάπτυξης είναι μια ανάπτυξη που εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ως μη εφικτή για το σύνολο του πληθυσμού.

Το δημοκρατικό έλλειμα – Η ολιγαρχική και αυταρχική διακυβέρνηση

Σήμερα όμως γίνεται σαφές ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, με την υπερσυγκέντρωση του πλούτου σε λίγους, είχε μια ακόμη ολέθρια συνέπεια. Συνέβαλε ώστε να μεταφερθεί το κέντρο βάρους της λήψης των αποφάσεων και εντέλει και η πραγματική πολιτική εξουσία από τα κράτη και τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, όπου βρίσκονταν στον 20ο αιώνα, σε μια αόρατη οικονομική ολιγαρχία, η οποία αναγορεύτηκε σε απόλυτο κυρίαρχο των αγορών και της παγκόσμιας οικονομίας.
Η δημοκρατία και η διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων υποχώρησαν γρήγορα στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, καθώς η πραγματική εξουσία απομακρύνθηκε από τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και συγκεντρώθηκε στα χέρια μιας αφανούς και ταυτόχρονα πανίσχυρης ολιγαρχίας που ελέγχει την παγκόσμια αγορά και η οποία δεν έχει καμία δημοκρατική αναφορά και και καμία νομιμοποίηση και η οποία δεν υπόκειται σε κανενός είδους λογοδοσία, αποφασίζοντας με ολιγαρχικό, αυθαίρετο και αυταρχικό τρόπο για την τύχη των λαών της γης.
Η υποχώρηση της δημοκρατίας και το πέρασμα της πολιτικής εξουσίας σε μια αόρατη οικονομική ολιγαρχία, είναι ίσως η σοβαρότερη συνέπεια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και συνιστά σαφή οπισθοδρόμηση του σύγχρονου πολιτισμού. Κι αυτό γιατί στο όνομα μιας ελευθερίας η οποία δεν απευθύνονταν σε ανθρώπους, αλλά στις αγορές, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κατέληξε να μην ελέγχεται πλέον δημοκρατικά, αλλά ολιγαρχικά και αυταρχικά.
Σήμερα, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος και γνωρίζοντας τόσο τα κοινωνικά και οικολογικά, όσο και τα θεσμικά αδιέξοδα του νεοφιλελευθερισμού, γίνεται πλέον αντιληπτό ότι εξ αρχής ο στόχος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ήταν η πιο εκτεταμένη αναδιανομή πλούτου που έγινε ποτέ υπέρ των λίγων, καθώς και η
αυταρχική και ολιγαρχική διακυβέρνηση από μια μικρή ολιγαρχία του πλούτου η οποία πλέον ελέγχει και εξουσιάζει τον πλανήτη.

Η προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης

Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, η παραδοχή της αειφορίας, η οποία προβάλλει σήμερα ως το αντίπαλο δέος του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, απευθύνεται ισότιμα σε όλους και διασφαλίζει τη συνέχιση της ζωής στη γη, καθώς επιδιώκει την επίτευξη εκτός από καθαρά οικονομικών στόχων, όπως π.χ. η αύξηση της κερδοφορίας και κοινωνικών, αλλά και περιβαλλοντικών στόχων.
Η βιώσιμη ανάπτυξη, με την ισόρροπη έμφαση και στους τρεις πυλώνες της αειφορίας, δηλαδή στην οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον, αποκαθιστά τις κοινωνικές ανισότητες και επαναφέρει το διαταραγμένο οικολογικό ισοζύγιο, νομιμοποιώντας με τον τρόπο αυτόν τόσο κοινωνικά, όσο και περιβαλλοντικά την αναπτυξιακή διαδικασία.
Η επαναφορά του μέτρου μεταξύ οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων της ανάπτυξης διασφαλίζει τον δίκαιο, όσο και τον οικολογικά εφικτό χαρακτήρα της πολιτικής επιλογής της βιώσιμης ανάπτυξης.
Η ανάπτυξη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου είναι μια μεγάλης έντασης, άδικη όμως ανάπτυξη, αφού απευθύνεται σε λίγους και είναι βραχύβια. Είναι μια ανάπτυξη που επειδή υπερβαίνει την φέρουσα ικανότητα της κοινωνίας και του περιβάλλοντος έχει μικρή διάρκεια και είναι άδικη, καθώς ωφελεί λίγους και ζημιώνει πολλούς. Σε αντίθεση με τη βιώσιμη ανάπτυξη που προβλέπει μια λιγότερης έντασης και μικρότερης κερδοφορίας, δίκαιη όμως ανάπτυξη που προσφέρει ισότιμη πρόσβαση σε όλους και επιπλέον διασφαλίζει και τη διάρκεια στον χρόνο.
Ο δρόμος που προτείνει η βιώσιμη ανάπτυξη επιβάλλει τη θέσπιση και εφαρμογή όρων και προϋποθέσεων στην ανεξέλεγκτη οικονομική δραστηριότητα, προκειμένου αυτή να κινείται εντός των ορίων της φέρουσας ικανότητας της οικονομίας, της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.
Πολύ περισσότερο η «πράσινη» ανάπτυξη, ως μετεξέλιξη της αειφορίας, προχωρεί πιο πέρα από την επιβολή περιορισμών στην ανάπτυξη προκειμένου αυτή να βρίσκεται διαρκώς εντός των ορίων της φέρουσας ικανότητας του περιβάλλοντος, αναζητώντας νέες, «πράσινες» οικονομικές δραστηριότητες με μηδενικό ή και με ελάχιστο οικολογικό αποτύπωμα.

Τα επόμενα βήματα

Η πρώτη αντίδραση μετά τη συνειδητοποίηση των πραγματικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων που υπηρετεί ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός, είναι η αποδόμηση της παγκοσμιοποίησης και η αποδυνάμωση των τεχνολογικών μεθόδων και διαδικασιών που την έκαναν εφικτή.
Όπως όμως κάποτε δεν ήταν δυνατόν να αντιστραφεί η πρόοδος που συνδέθηκε με το ηλεκτρικό ρεύμα, την πετρελαιοκίνηση και τις μεταφορές ή την τηλεφωνία, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, έτσι και σήμερα οι εξελίξεις στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και του διαδικτύου, που σημάδεψαν την εποχή της παγκοσμιοποίησης και επέτρεψαν την ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου, ευνοώντας την πλήρη απελευθέρωση των αγορών, δεν μπορούν να ανασταλούν ή να καταργηθούν.
Το ποια πρέπει να είναι τα επόμενα βήματα συμπυκνώνεται με εξαιρετικό τρόπο στο τελευταίο βιβλίο του Γάλλου φιλοσόφου Ετιέν Μπαλιμπάρ: «Ευρώπη, κρίση και τέλος:
«... Δεν είναι στην ευχέρεια των Ευρωπαϊκών λαών να θέσουν εαυτούς εκτός παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση, ως καθολικό φαινόμενο, όχι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό και πολιτιστικό, είναι μια μη αναστρέψιμη διαδικασία. Κι αυτό γιατί δεν είναι μια θεσμική κατασκευή, αλλά ένα νέο στάδιο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτό σημαίνει ότι η αποσύνδεση ή η απο-παγκοσμιοποίηση είναι κατά πάσα πιθανότητα λανθασμένη ως πρόταση».

Το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ευρώπη

Ούτε η επιστροφή στο παρελθόν της εσωστρέφειας, του εθνικισμού και του εθνικού καπιταλισμού που προτείνουν ο Τραμπ και η Λεπέν, ούτε όμως και το αφοριστικό αίτημα κατάργησης της παγκοσμιοποίησης δίνουν λύση στα αδιέξοδα της εποχής.
Από την άλλη πλευρά το ιδεολόγημα των συντηρητικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα σήμερα, ότι απέναντι στον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό σήμερα βρίσκεται ο λαϊκισμός, ένα ιδεολόγημα που απαξιώνει την κοινωνική ευαισθησία και την αλληλεγγύη, την επιδίωξη της οικολογικής ισορροπίας και την επαναφορά των δημοκρατικών θεσμών, αποκαλώντας τα εκδηλώσεις λαϊκισμού, είναι εμφανώς ιδιοτελές και πολιτικά μυωπικό. Καθώς είναι προφανές ότι επιδιώκει να μεταφέρει το πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης στην Ευρώπη μεταξύ νεοφιλελεύθερων αφενός και ακροδεξιών και εθνικιστών αφετέρου. Η μεταφορά της πολιτικής σύγκρουσης στο δεξιότερο δυνατό άκρο του πολιτικού πεδίου είναι καταφανώς προνομιακή για τις δυνάμεις της συντήρησης, αφενός γιατί ο φόβος της ακροδεξιάς ενισχύει την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων και αφετέρου διότι η ίδια πολιτική καταγωγή επιτρέπει σε νεοφιλελεύθερους και ακροδεξιούς να συνεργάζονται όποτε αυτό χρειάζεται, όπως συνέβη πρόσφατα στην Αυστρία και όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα, με την αφομοίωση στελεχών της άκρας δεξιάς από τη νεοφιλελεύθερη ΝΔ.

Η προοδευτική επανίδρυση της Ευρώπης

Το πραγματικό πολιτικό δίπολο σήμερα βρίσκεται ανάμεσα αφενός στις δυνάμεις της συντήρησης, που ξεκινούν από την ακροδεξιά και φτάνουν μέχρι τις πολιτικές δυνάμεις της κεντροδεξιάς και μερίδα της κεντροαριστεράς που έχει προσχωρήσει στην υποστήριξη των συμφερόντων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και αφετέρου ενός προοδευτικού κοινωνικού μετώπου σοσιαλιστικών, πράσινων και αριστερών πολιτικών δυνάμεων, που επιδιώκουν μια άλλη Ευρώπη μακριά από τη βαρβαρότητα του νεοφιλελευθερισμού.
Μια Ευρώπη με δίκαιη ανάπτυξη, κοινωνική αλληλεγγύη, οικολογική ισορροπία και επιστροφή στη δημοκρατία.
Η προοδευτική απάντηση στη βαρβαρότητα του ανεξέλεγκτου παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και στις αδικίες που παράγει η απόλυτη κυριαρχία των
αγορών δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική και να επικεντρώνεται στην ανάγκη για ένα νέο πρότυπο μιας βιώσιμης και γι αυτό δίκαιης οικονομικής ανάπτυξης με κοινωνική αλληλεγγύη και ευαισθησία, ώστε να απευθύνεται ισότιμα σε όλους, μιας ανάπτυξης που να είναι οικολογικά εφικτή και να εγγυάται περισσότερη δημοκρατία.
Στο μοντέλο της δίκαιης ανάπτυξης η οικονομία δεν απευθύνεται σε ιδιώτες και δεν κινητοποιεί «ιδιωτικές» συμπεριφορές, καθώς το υποκείμενο της οικονομίας πλέον είναι η ίδια η κοινωνία και οι θεσμοί της.

Η βιώσιμη ανάπτυξη, η Αγορά και η Δημο-κρατία

Στη δίκαιη ανάπτυξη η Αγορά αποενοχοποιείται και από πεδίο άσκησης κερδοσκοπίας υπέρ των λίγων και σε βάρος των πολλών, αποκτά και πάλι την αρχαιοελληνική σημασία του δημόσιου πεδίου άσκησης κοινωνικής συμμετοχής και του πεδίου συνάθροισης με σκοπό την ενασχόληση με τα κοινά.
Με τον τρόπο αυτόν η οικονομία αφορά και απευθύνεται και πάλι στο σύνολο της κοινωνίας, επαναφέροντας τη δύναμη (κράτος) στον δήμο, δηλαδή στους πολλούς (Δημο-κρατία).
Το γεγονός ότι στην Ελλάδα, στη χώρα που χρησιμοποιήθηκε ως πεδίο άσκησης των πλέον ανελέητων νεοφιλελεύθερων πολιτικών της λιτότητας, συνέβη το 2015 η πρώτη μεγάλη προοδευτική αλλαγή, με τον ΣΥΡΙΖΑ και τις προοδευτικές δυνάμεις από τον χώρο της αριστεράς, της οικολογίας και του δημοκρατικού σοσιαλισμού που τον υποστήριξαν να κερδίζουν δυο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, μόνο τυχαίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Αντίθετα, ενισχύει τις βάσιμες ελπίδες ότι η προοδευτική αλλαγή που ξεκίνησε στην Ελλάδα δεν ήταν παρά μόνον η αρχή…

* Η ομιλία του Καθηγητή Γιάννη Α. Μυλόπουλου, Προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε., στο Προοδευτικό Φόρουμ που έγινε στην Αθήνα στις 16 και 17 Μαρτίου 2018.