Και αρχαία και μετρό.

ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2016, ως νέα διοίκηση της Αττικό Μετρό ΑΕ βρήκαμε ένα έργο στη Θεσσαλονίκη σταματημένο. Για να ξαναθέσουμε το έργο σε τροχιά υλοποίησης έπρεπε να διευθετηθούν μια σειρά από επείγοντα προβλήματα. Καταρχήν, τακτοποιήθηκε συμβατικά το έργο, καθώς αντικαταστάθηκε στην ανάδοχο κοινοπραξία η κατασκευάστρια εταιρεία που είχε εκπέσει, με μια νέα και εύρωστη οικονομικά, ικανή να το συνεχίσει και να το αποπερατώσει. Ακόμη διευθετήθηκαν σε σύντομο χρόνο οι δικαστικές διαφορές, με τις απαιτήσεις των εργολάβων να επιδικάζονται κατά τρόπο ωφέλιμο για το δημόσιο συμφέρον. Τέλος, το έργο, μετά την άρση του αιτήματος διακοπής που είχε υποβάλει ο ανάδοχος και την πλήρη ενεργοποίηση της σύμβασης, απέκτησε νέο και ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα, το οποίο πλέον τηρείται πιστά και απαρέγκλιτα.
Μια σημαντική καινοτομία που απελευθέρωσε το έργο από τα δεσμά της διχόνοιας του παρελθόντος και επέτρεψε τη συνέχιση υλοποίησής του, είναι η αλλαγή πολιτικής στο θέμα της διαχείρισης των αρχαιολογικών ευρημάτων στους δύο κεντρικούς σταθμούς, στη Βενιζέλου και την Αγίας Σοφίας. Το τεχνητό όσο και ανιστόρητο δίλημμα «Ή αρχαία ή μετρό», το οποίο εμπόδιζε την πόλη να ωφεληθεί από την ανάδειξη των σημαντικών αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν εξ αιτίας των ανασκαφών του μετρό, εγκαταλείφθηκε και ακολουθείται πλέον η αρχή: «Και αρχαία και μετρό». Σύμφωνα με τη νέα πολιτική η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη και από το μετρό και από την πολιτιστική της κληρονομιά, που πλέον συνυπάρχουν, σε έναν καινοτόμο σχεδιασμό που γεφυρώνει την τεχνολογία με τον πολιτισμό.
ΤΟ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑ δηλαδή της χάραξης της βασικής γραμμής μέσα από αρχαιολογικούς χώρους έγινε πλεονέκτημα και η πόλη αποκτά εκτός από μετρό και σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία που την πλουτίζουν πολιτιστικά και οι οποίοι θα την πλουτίσουν και οικονομικά, καθώς η καινοτομία του «δύο σε ένα», ο καινοτόμος δηλαδή σχεδιασμός των δύο σταθμών κατά τρόπο ώστε να αναδεικνύονται στη θέση τους τα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, ήδη προκαλεί το ενδιαφέρον όχι μόνο της ελληνικής, αλλά και της διεθνούς κοινότητας. Η Θεσσαλονίκη αποκτά με τους δύο αυτούς σταθμούς δύο ισχυρά τοπόσημα, που όμοιά τους δεν υπάρχουν πουθενά, καθώς οι ανοικτοί αρχαιολογικοί χώροι αναπτύσσονται εντός του κελύφους των σταθμών. Πρόκειται για τον Decomanus Maximus, τον κεντρικό οδικό άξονα της βυζαντινής πόλης σε ολόκληρο το πλάτος του στον σταθμό της Βενιζέλου και το κρηναίο- νυμφαίο οικοδόμημα με τις δύο μαρμαρόστρωτες πλατείας σε αυτόν της Αγίας Σοφίας. Η καινοτομία αυτή θα τονώσει τον τουρισμό, την αγορά, το εμπόριο και θα απογειώσει την οικονομία της πόλης τα προσεχή χρόνια.
Επιπλέον, ήδη μέσα στο 2018 άρχισαν να απομακρύνονται οι εργοταξιακές καταλήψεις και να παραδίδονται σε κανονική κυκλοφορία δρόμοι μετά από πολλά χρόνια ταλαιπωρίας της πόλης και των πολιτών. Η αρχή έγινε με την οδό Δελφών που παραδόθηκε προ 2 μηνών μετά από 6 χρόνια, συνεχίστηκε πριν μία εβδομάδα με την οδό Μοναστηρίου καθώς και την περασμένη Κυριακή με την Λεωφόρο Κωνσταντίνου Καραμανλή στο ύψος της Παπάφη. Και έπεται συνέχεια εντός του 2018.
Με αυτά τα δεδομένα, το μεγαλύτερο έργο υποδομής που έγινε ποτέ στη Θεσσαλονίκη, το έργο του Μετρό, ένα έργο κατά βάση συγκοινωνιακό με σαφείς όμως αναπτυξιακές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές, αλλά και πολιτιστικές διαστάσεις, μπαίνει – επιτέλους – στην τελευταία φάση υλοποίησής του και για πρώτη φορά βλέπει ορίζοντα ολοκλήρωσης.

* Το άρθρο του Καθηγητή Γιάννη Α. Μυλόπουλου, Προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε., στις 16 Φεβρουαρίου 2018, στο αφιέρωμα για το Μετρό Θεσσαλονίκης του ένθετου "Το ΘΕΜΑ" της Εφημερίδας των Συντακτών.