Παραγωγική ανασυγκρότηση και βιώσιμη ανάπτυξη

Η νεοφιλελεύθερη πολιτική της λιτότητας που επιβλήθηκε, δίκην θεραπείας, από τους δανειστές στην Ελλάδα και είχε ως συνέπεια τη μακρόχρονη ύφεση της ελληνικής οικονομίας, τη φτωχοποίηση των Ελλήνων, το πάγωμα της εσωτερικής αγοράς, την καταστροφή της εγχώριας επιχειρηματικότητας, καθώς και τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις και εκχωρήσεις σε διεθνή συμφέροντα του εθνικού πλούτου, είναι σαφές πλέον ότι δεν εξυπηρετούσε τίποτε περισσότερο, από τις επιδιώξεις των ίδιων των δανειστών.

Πουθενά άλλωστε στα νεοφιλελεύθερης έμπνευσης μνημόνια δεν υπήρξε η πρόβλεψη για τη δρομολόγηση μιας νέας αναπτυξιακής πορείας για την Ελλάδα, ικανής να υπηρετήσει τις ανάγκες της χώρας, παράλληλα με την υποστήριξη των δανειακών της υποχρεώσεων.

Τώρα λοιπόν που πλησιάζουμε στην έξοδο από το τούνελ της επιτροπείας, είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή να οργανώσουμε την ανάταξη της ελληνικής οικονομίας. Η οποία θα πρέπει να σχεδιαστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφευχθούν τα λάθη και να θεραπευτούν οι παθογένειες του παρελθόντος.

Το νέο μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει λοιπόν να κινηθεί στον αντίποδα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που μας ανάγκασε σε εξωτερικό δανεισμό, μας οδήγησε σε υπερχρέωση και στη συνέχεια μας επιβλήθηκε από τους δανειστές σαν θεραπεία από τα δεινά που η ίδια η νεοφιλελεύθερη συνταγή είχε προκαλέσει.

Πρώτο και βασικό λοιπόν χαρακτηριστικό της επόμενης μέρας για την ελληνική οικονομία είναι η δρομολόγηση μιας αυτοδύναμης αναπτυξιακής πορείας, ικανής να στηρίξει την Ελλάδα στα πόδια της, χωρίς το δεκανίκι του εξωτερικού δανεισμού.

Η αυτοδύναμη ανάπτυξη προϋποθέτει το σχεδιασμό σε νέες βάσεις ενός νέου παραγωγικού μοντέλου με χαρακτηριστικά βιωσιμότητας. Ενός παραγωγικού μοντέλου δηλαδή που επειδή ακριβώς θα είναι αυτοτροφοδοτούμενο, θα μπορέσει να εξασφαλίσει τη διάρκεια αυτής της αναπτυξιακής πορείας, σε αντίθεση με το ληξιπρόθεσμο και θνησιγενή χαρακτήρα ενός μοντέλου που στηρίζεται στον εξωτερικό δανεισμό.

Η παραγωγική ανασυγκρότηση για να υπηρετεί το στόχο της αυτοδυναμίας, απαιτεί μια μεγάλη στροφή της ελληνικής οικονομίας στη συγκροτημένη και συστηματική αξιοποίηση των πολλαπλών ανταγωνιστικών της πλεονεκτημάτων.

Η αυξανόμενη διεθνής ζήτηση των ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων και της μεσογειακής διατροφής, η ιδιαιτερότητα της φύσης, του κλίματος και των οικοσυστημάτων της ελληνικής υπαίθρου, η μοναδικότητα της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού, καθώς το ιστορικά καταξιωμένο ως ευρηματικό και επινοητικό ανθρώπινο δυναμικό που σήμερα, δυστυχώς, εγκαταλείπει την πατρίδα, συνιστούν κορυφαία ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που πρέπει να αξιοποιηθούν στον δρόμο για τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Στην προοπτική λοιπόν μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης ικανής να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία της ελληνικής οικονομίας, οι τομείς της αγροτικής ανάπτυξης, του περιβάλλοντος, των υποδομών, της χωροταξίας και της ανάπτυξης της υπαίθρου, της ενέργειας και των φυσικών πόρων, του τουρισμού και του οικοτουρισμού, του πολιτισμού, αλλά και της παιδείας, πρέπει να αναδιαρθρωθούν εκ βάθρων προκειμένου να υποστηρίξουν τη νέα στροφή προς μια αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Δεύτερο και όχι μικρότερης σημασίας χαρακτηριστικό της προσπάθειας για ανάταξη της ελληνικής οικονομίας, είναι η δικαιοσύνη του νέου αναπτυξιακού μοντέλου. Η ανάπτυξη για να είναι δίκαιη πρέπει να διασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση όλων στις οικονομικές ευκαιρίες, καθώς και στους καρπούς τους. Η αρχή αυτή δεν συναντάται στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, η οποία είναι μονομερώς προσανατολισμένη προς τα μεγάλα παγκοσμιοποιημένα οικονομικά συμφέροντα, ενώ αντιθέτως είναι σύμφυτη με την υπόθεση της αυτοδύναμης ανάπτυξης, η οποία στηρίζεται στη συμμετοχή των ίδιων των πολιτών, στην προοπτική της αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του τόπου τους.

Η δίκαιη ανάπτυξη προϋποθέτει ακόμη την αρμονική συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι με σεβασμό στους διακριτούς τους ρόλους μοιράζονται την ευθύνη του εγχειρήματος. Η επόμενη μέρα θα πρέπει να είναι απαλλαγμένη από τις ιδεοληψίες που θέλουν τον δημόσιο τομέα αντιπαραγωγικό και αντιαναπτυξιακό, καθώς και τον ιδιωτικό ως οιωνεί παράγοντα διαφθοράς. Ο ρόλος του δημόσιου ως θεματοφύλακα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου, της δημιουργίας κοινωφελών θεσμών, έργων και υποδομών, της αξιοποίησης των δημόσιων αγαθών και της προστασίας του περιβάλλοντος, τον αναγορεύει σε βασικό πυλώνα της δίκαιης ανάπτυξης. Από την άλλη ο ιδιωτικός τομέας, στην προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης, υπηρετεί τις υγιείς τοπικές κοινωνικές δυνάμεις και όχι αλλότριους και κερδοσκοπικούς οικονομικούς κατακτητές.

Η ανάταξη της ελληνικής οικονομίας στην προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης, με το σχεδιασμό μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης που να διασφαλίζει οικονομική αυτοδυναμία, καθώς και με την εφαρμογή ενός δίκαιου αναπτυξιακού μοντέλου που να δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους, αποτελούν σήμερα το μεγάλο αίτημα του αντι-νεοφιλελεύθερου μετώπου που έχει συγκροτηθεί από τις υγιείς κοινωνικές δυνάμεις τα δύσκολα χρόνια της μνημονιακής λαίλαπας.

Το μεγάλο αίτημα της μεταρρύθμισης της ελληνικής οικονομίας θα υλοποιηθεί από τις πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στην υπεύθυνη για τα σημερινά δεινά νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, αντιπροτείνοντας την πολιτική επιλογή της βιώσιμης ανάπτυξης. Αυτές οι πολιτικές δυνάμεις θα οδηγήσουν την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση και θα αφήσουν το θετικό ίχνος τους στην ιστορία του τόπου.

* Το άρθρο του Καθηγητή Γιάννη Α. Μυλόπουλου, Προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε., δημοσιεύθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2018, στην Εφημερίδα των Συντακτών.