Νεοφιλελευθερισμός και βιώσιμη ανάπτυξη

Ολοι σήμερα συμφωνούν ότι η ανάπτυξη είναι η μόνη προϋπόθεση για να βγει η Ελλάδα οριστικά από το τούνελ της ομηρίας και τα δεσμά των μνημονίων. Δεν αντιλαμβάνονται όλοι, όμως, την ανάπτυξη με τον ίδιο τρόπο.

Οι οπαδοί του νεοφιλελεύθερου μοντέλου για την οικονομία αντιλαμβάνονται ως ανάπτυξη οποιαδήποτε επικερδή οικονομική δραστηριότητα.

Απόλυτος κριτής της ανάπτυξης, στο νεοφιλελεύθερο λεξιλόγιο, αναγορεύεται το κέρδος, το μέγεθος του οποίου καθορίζει και την έκταση της επιτυχίας κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος.

Εδώ βρίσκεται η κεντρική διαφορά της οικονομικής ανάπτυξης που υποστηρίζει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός, το επιθετικό οικονομικό μοντέλο που γέννησε η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, σε σχέση με το αντίπαλο δέος της βιώσιμης ανάπτυξης.

Η υποστήριξη του δημόσιου συμφέροντος, η προαγωγή του κοινωνικού οφέλους και η περιβαλλοντική προστασία απαιτούν όρια και φραγμούς στην ανεξέλεγκτη κερδοφορία της ελεύθερης αγοράς και γι’ αυτό στο νεοφιλελεύθερο πνεύμα χαρακτηρίζονται ως αντιαναπτυξιακοί παράγοντες.

Ο ρόλος του δημόσιου τομέα, που κατά τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη θέτει φραγμούς στην οικονομία, χαρακτηρίζεται «αντιαναπτυξιακός» και συνεπώς πρέπει να συρρικνωθεί μέχρι μηδενισμού προκειμένου να επιτραπεί στον ιδιωτικό τομέα να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία.

Η «ελευθερία» στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης αφορά την απόλυτη ελευθερία που απολαμβάνουν όσοι ελέγχουν το κεφάλαιο και την αγορά, να αναπτύσσονται οικονομικά χωρίς όρια, κανόνες και φραγμούς.

Αυτή η απόλυτη ελευθερία στη διακίνηση του κεφαλαίου επέτρεψε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας τη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μιας μικρής ολιγαρχίας, οδηγώντας αφενός τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών στη φτώχεια και αφετέρου τον πλανήτη σε μη αντιστρεπτές κλιματικές αλλαγές.

Αφού οι εγγυήσεις υπέρ της κοινωνίας και του περιβάλλοντος θυσιάστηκαν, στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, στον βωμό του κέρδους των λίγων που ελέγχουν σήμερα την παγκόσμια οικονομία.

Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, η επιλογή της βιώσιμης ανάπτυξης ενσωματώνει στην ανάπτυξη, εκτός από οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, αναγορεύοντας την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον στους τρεις ισότιμους πυλώνες κάθε αναπτυξιακής δραστηριότητας.

Η ύπαρξη κανόνων, ορίων και προϋποθέσεων που ισορροπούν τα οφέλη στους τρεις πυλώνες είναι κεντρική στην υπόθεση της βιωσιμότητας, γι’ αυτό και αυτό το μοντέλο χαρακτηρίζεται από δύο ιδιότητες που είναι άγνωστες στο μοντέλο του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού:

1. Τη δικαιοσύνη στη δυνατότητα πρόσβασης στην αναπτυξιακή προσπάθεια και στα οφέλη της, αφού οι κοινωνικές εγγυήσεις επιτρέπουν σε όλους να συμμετέχουν ισότιμα στην οικονομική δραστηριότητα είτε άμεσα, μέσω της αξιοποίησης των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων κάθε τόπου, είτε όμως και έμμεσα, για τους αδύναμους οικονομικά, οι οποίοι μπορούν και απολαμβάνουν τα οφέλη της δίκαιης κατανομής των καρπών της ανάπτυξης μέσω των δημόσιων συστημάτων υγείας, παιδείας, κοινωνικής ασφάλισης, συγκοινωνιών κ.λπ.

2. Τη διάρκεια της αναπτυξιακής δραστηριότητας, αφού οι περιβαλλοντικές εγγυήσεις εξασφαλίζουν τη διατήρηση των οικοσυστημάτων και των φυσικών και ενεργειακών πόρων που όπως είναι πλέον κοινά αποδεκτό αποτελούν τη βάση κάθε οικονομικού εγχειρήματος.

Ετσι, η ανάπτυξη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου είναι μια ταχύρρυθμη όσο και βραχύβια ανάπτυξη που ωφελεί λίγους και ζημιώνει πολλούς, ενώ η βιώσιμη ανάπτυξη είναι μια λιγότερης έντασης και μικρότερης κερδοφορίας, δίκαιη όμως ανάπτυξη που απευθύνεται στους πολλούς και έχει διάρκεια στον χρόνο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για την ανάπτυξη συνιστά η λεγόμενη «επένδυση» της εξόρυξης χρυσού στις Σκουριές της Χαλκιδικής.

Η οποία γίνεται τόσο πιο κερδοφόρα για τους διεθνείς επενδυτές όσο λιγότεροι είναι οι περιορισμοί για τη διασφάλιση της περιβαλλοντικής ακεραιότητας της βόρειας Χαλκιδικής και όσο λιγότερες είναι οι προϋποθέσεις που εγγυώνται την ταυτόχρονη διατήρηση και των υπολοίπων οικονομικών δραστηριοτήτων, οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από την περιβαλλοντική ισορροπία, όπως η δασοκομία, η αγροτική ανάπτυξη, η αλιεία και ο τουρισμός στην ευρύτερη περιοχή.

Εδώ βρίσκεται και ο λεγόμενος νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός, σύμφωνα με τον οποίον οι 1.500 νέες θέσεις εργασίας που προστέθηκαν λόγω εξορυκτικής δραστηριότητας, προβάλλονται ως άλλοθι για να βυθιστεί στη φτώχεια και την ανεργία το σύνολο του πληθυσμού της περιοχής, που θα μείνει χωρίς δουλειά όταν καταστραφεί το οικοσύστημα και υποβαθμιστούν οι φυσικοί πόροι, υπονομεύοντας τη ζωή και εμποδίζοντας κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα, πλην της μεταλλευτικής.

Ο δύσκολος δρόμος της βιώσιμης ανάπτυξης δεν απαγορεύει τις επενδύσεις, ούτε οδηγεί στην απο-ανάπτυξη, όπως επιμόνως προπαγανδίζουν τα παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισμού.

Αντίθετα, επιβάλλει τη θέσπιση και εφαρμογή αυστηρών όρων και προϋποθέσεων στην ανεξέλεγκτη οικονομική δραστηριότητα, προκειμένου αυτή να κινείται εντός των ορίων της φέρουσας ικανότητας της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.

Η εκ του αποτελέσματος επίγνωση της αλήθειας για τις συνέπειες της εφαρμογής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου αποτελεί σήμερα το αδύναμο σημείο των υποστηρικτών του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, ενώ συγχρόνως συνιστά το ισχυρό πλεονέκτημα της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, η οποία υποστηρίζει και εμπεδώνει, με τα Περιφερειακά Αναπτυξιακά Συνέδρια, τον δύσκολο όσο όμως και ελπιδοφόρο δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης.

* Το άρθρο του Καθηγητή Γιάννη Α. Μυλόπουλου, Προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε., δημοσιεύθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2018, στην Εφημερίδα των Συντακτών.