Ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την αντιμετώπιση «ακραίων» φαινομένων και φυσικών καταστροφών

Το κλίμα αλλάζει. Η ανθρωπογενής υπερθέρμανση του πλανήτη, ως αποτέλεσμα της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου του θερμοκηπίου, είναι πλέον ένα γεγονός καταμετρημένο και αδιαμφισβήτητο. Σύμφωνα με τις διεθνείς εκτιμήσεις, η συχνότερη εμφάνιση ακραίων φαινομένων και φυσικών καταστροφών, όπως παρατεταμένοι καύσωνες και ανομβρία που προκαλούν λειψυδρία και δασικές πυρκαγιές, καθώς και μεγάλης έντασης βροχοπτώσεις που προκαλούν καταστροφικές πλημμύρες, είναι η κυριότερη εκδήλωση της κλιματικής αλλαγής στην περιοχή της Μεσογείου.

Η κλιματική αλλαγή αντιμετωπίζεται με δύο τρόπους:

Ο μακροπρόθεσμος, αφορά στην καταπολέμηση του φαινομένου του θερμοκηπίου, με την προσπάθεια μείωσης της εκπομπής των λεγόμενων θερμοκηπικών αερίων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με πολιτικές εξοικονόμησης της ενέργειας, είτε και με την αλλαγή ενεργειακού προτύπου και το πέρασμα από την εποχή του άνθρακα στην εποχή των «καθαρών» τεχνολογιών, με αξιοποίηση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Είναι γνωστό ότι η χώρα μας σε αυτόν τον τομέα δεν έχει να επιδείξει παρά ελάχιστες πρωτοβουλίες. Άλλωστε και η διεθνής κοινότητα δείχνει να καρκινοβατεί, καθώς για τους μεγάλους ρυπαντές, όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα, η προσπάθεια αλλαγής ενεργειακού προτύπου προσκρούει στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στους τομείς των συμβατικών τεχνολογιών.

Κι όλα αυτά γιατί στην εποχή της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, που κυριαρχείται από μια επιθετική εκδοχή του νεοφιλελεύθερου και περιβαλλοντικά εχθρικού οικονομικού μοντέλου, η παγκόσμια διακυβέρνηση έχει παραδοθεί άνευ όρων από τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις σε μια οικονομική ολιγαρχία, τα συμφέροντα της οποίας καθορίζουν πλέον το μέλλον της ανθρωπότητας.

Όσον αφορά στον βραχυπρόθεσμο τρόπο μετριασμού των επιπτώσεων της υπερθέρμανσης του πλανήτη, αυτός συνίσταται στην προσαρμογή στα νέα κλιματικά δεδομένα, με εφαρμογή μεθόδων ολοκληρωμένου σχεδιασμού για την αντιμετώπιση «ακραίων» φαινομένων και φυσικών καταστροφών.

Το παράδειγμα των καταστροφικών πλημμυρών το 1997 στον ποταμό Όντερ, που αποτελεί φυσικό σύνορο μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας, είναι χαρακτηριστικό για την έννοια του ολοκληρωμένου αντιπλημμυρικού σχεδιασμού. Η Πολωνία και η Γερμανία, οι οποίες επλήγησαν ιδιαίτερα από τις πλημμύρες εκείνη την εποχή, δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αποτελεσματικά, παρά μόνον όταν αντιλήφθηκαν ότι το μυστικό του αντιπλημμυρικού σχεδιασμού δεν βρισκόταν στα πεδινά εδάφη της δικής τους επικράτειας, αλλά αντίθετα, σε μια μικρή ορεινή περιοχή στη γειτονική Τσεχία, όπου βρίσκονται οι πηγές του ποταμού Όντερ. Κι αυτό γιατί στις ορεινές περιοχές συγκεντρώνονται οι μεγαλύτερες ποσότητες του νερού, οι οποίες αν εκεί δεν ανασχεθούν εγκαίρως, όταν φτάσουν στις πεδινές περιοχές είναι πλέον πολύ αργά για να συγκρατηθούν.

Αν στο σημείο αυτό ληφθεί υπόψη και η δυναμική της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ακραίων φαινομένων, η οποία επιδεινώνει τις συνέπειές τους, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με την αποδάσωση λόγω θερινών πυρκαγιών, που λειτουργεί επιβαρυντικά για τη συγκράτηση των πλημμυρικών παροχών στις ορεινές περιοχές, τότε η έννοια του ολοκληρωμένου σχεδιασμού αποκτά εκτός από γεωγραφικές και χρονικές διαστάσεις.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι στην καταστροφική πλημμύρα της Μάνδρας, σωστές είναι οι αντιδράσεις για το μπάζωμα των ρεμάτων και την αυθαίρετη δόμηση, αλλά δεν αρκούν για να προστατευτεί η περιοχή. Ο ολοκληρωμένος αντιπλημμυρικός σχεδιασμός θα πρέπει πλέον να ξεκινήσει από το αποψιλωμένο λόγω πυρκαγιών όρος Πατέρα, με αναδάσωση και έργα ορεινής υδροοικονομίας στο βουνό και στη συνέχεια να επεκταθεί και στην πεδινή περιοχή της λεκάνης απορροής.

Στην εποχή της κλιματικής αλλαγής είναι βέβαιο ότι οι «θεομηνίες» θα μας επισκέπτονται στο εξής συχνότερα. Μέχρι λοιπόν να αντιστραφεί το φαινόμενο της υπερθέρμανσης, -αν ποτέ αυτό συμβεί-, πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτό και τις συνέπειές του. Που σημαίνει ότι οι ανθρώπινες επεμβάσεις θα πρέπει να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα.

Στον αντιπλημμυρικό σχεδιασμό ειδικότερα, οι περίοδοι επαναφοράς των φυσικών καταστροφών θα πρέπει να ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα, αφού πλέον οι πλημμύρες που κάποτε είχαν συχνότητα επαναφοράς τα 50 και τα 100 χρόνια, σήμερα εμφανίζονται πολύ συχνότερα.

Η έννοια του ολοκληρωμένου σχεδιασμού και της προληπτικής πολιτικής, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την παραδοχή της βιώσιμης ανάπτυξης για το περιβάλλον, θα πρέπει να επεκταθεί και να εμπεδωθεί και στον σχεδιασμό των μεθόδων προσαρμογής στα νέα δεδομένα που επιβάλλει η κλιματική αλλαγή. Γιατί, ας μην ξεχνάμε, οι φυσικές καταστροφές εκτός από περιβαλλοντικό έχουν και κοινωνικό πρόσημο, καθώς πλήττουν κατά προτεραιότητα τους οικονομικά ασθενέστερους, αλλά και οικονομικό, αφού καταστρέφουν τον φυσικό πλούτο της χώρας, υπονομεύοντας σοβαρά τις προσπάθειες για οικονομική ανάπτυξη.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα η χώρα είναι μια μεγάλη αλλαγή πολιτικής, με την αποκατάσταση ενός κράτους – στρατηγείου, όπου ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός των πολιτικών για τις υποδομές, τη χωροταξία, το περιβάλλον και την προσαρμογή στα νέα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής θα διασφαλίζει, ως κοινή συνισταμένη,

μια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περιβαλλοντική ακεραιότητα και κοινωνική προστασία.

* Το άρθρο του καθηγητή Γιάννη Α. Μυλόπουλου, Προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε., δημοσιεύθηκε στις 28 Νοεμβρίου στην Εφημερίδα των Συντακτών.