Η ευκαιρία της παραγωγικής ανασυγκρότησης

Η προοπτική της ανάπτυξης σε μια χώρα χρεωμένη και βυθισμένη εδώ και χρόνια στην ύφεση, σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, ταυτίζεται με την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Αυτό διακηρύσσουν τόσο οι διεθνείς δανειστές, όσο όμως και η νεοφιλελεύθερη αντιπολίτευση, η ίδια που άλλοτε με τη μορφή της δεξιάς και άλλοτε της σοσιαλδημοκρατικής κυβερνητικής εξουσίας, οδήγησε την ελληνική οικονομία στον υπέρμετρο δανεισμό και στη χρεωκοπία.

Πόσο αθώα είναι όμως η πολιτική επιλογή των ιδιωτικοποιήσεων;
Κατ’ αρχήν η έννοια των ιδιωτικοποιήσεων παραπέμπει ευθέως στην εκχώρηση φυσικών πόρων, καθώς και δομών, υποδομών και δικτύων, σε ξένα οικονομικά συμφέροντα. Η παρατήρηση αυτή οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η ελληνική κοινωνία και οι εγχώριες παραγωγικές τάξεις, στο τέλος της ημέρας των ιδιωτικοποιήσεων, θα μείνουν εκτός οικονομικής ανάπτυξης και θα ωφεληθούν μόνο δευτερογενώς, ως εργατικό προσωπικό χαμηλού κόστους.

Κατά δεύτερον, σε μια χώρα με κατεστραμμένη παραγωγική βάση και εγκαταλελειμμένη ύπαιθρο, αλλά με μια σειρά αναξιοποίητα συγκριτικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να είναι ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές, όπως τα ελληνικά αγροτοδιατροφικά προϊόντα που συνιστούν αυτό που σήμερα αποκαλείται μεσογειακή διατροφή, (λάδι, δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, κρασί, ψάρια, θαλασσινά, τυροκομικά και κτηνοτροφικά προϊόντα), αλλά και με πλούσια ιστορία και μοναδικό πολιτισμό, σε μια τέτοια λοιπόν χώρα, η αναπτυξιακή προσπάθεια αντί να επεκτείνεται στην παραγωγική ανασυγκρότηση και στην επανεκκίνηση της οικονομίας, επικεντρώνεται μονόπλευρα στην εκχώρηση δομών παροχής υπηρεσιών, μέσω της ιδιωτικοποίησης του εθνικού πλούτου και των δημόσιων αγαθών.

Γίνεται λοιπόν σαφής η σκοπιμότητα που υποκρύπτει η εμμονή των νεοφιλελεύθερων στις ιδιωτικοποιήσεις, καθώς και ο αντιπαραγωγικός χαρακτήρας αυτής της πολιτικής. Τόσο, ώστε είναι να απορεί κανείς πως μπορούν να ταυτίζονται και Έλληνες με μια καταφανώς αντιαναπτυξιακή και τόσο αντικοινωνική πολιτική επιλογή.

Αυτό που χρειάζεται άμεσα λοιπόν σήμερα η Ελλάδα, είναι μια γενικευμένη επανεκκίνηση της οικονομίας που θα ξεκινήσει από την ανασυγκρότηση της παραγωγικής της βάσης. Γιατί μια χώρα που αντί να παράγει, ξεπουλάει την περιουσία της, τρώγοντας ουσιαστικά τις σάρκες της για να επιβιώσει, υπονομεύει την τελευταία της δυνατότητα για ανάπτυξη.

Σε μια εποχή ιδιαίτερα ανταγωνιστική, εξ αιτίας κυρίως του γεγονότος ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας φέρνει στις διεθνείς αγορές προϊόντα χαμηλού κόστους από όλες τις άκρες της γης, η Ελλάδα έχει ως μόνη εναλλακτική επιλογή να ακολουθήσει τον δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης που θα δώσει ισόρροπη έμφαση στις οικονομικές, τις κοινωνικές και τις περιβαλλοντικές διαστάσεις της ανάπτυξης.

Η χώρα, αναζητώντας τον δρόμο της ισόρροπης ανάπτυξης, πρέπει να βρει διεξόδους αξιοποίησης και επιχειρηματικής ανάδειξης των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων, όλων δηλαδή εκείνων των χαρακτηριστικών που κάνουν τα προϊόντα της να είναι μοναδικά και συνεπώς ισχυρά ανταγωνιστικά διεθνώς. Και αυτά δεν είναι άλλα από τη μοναδική ποιότητα των ελληνικών προϊόντων, καθώς και την προστιθέμενη αξία που δημιουργεί η συνδυασμένη ανάδειξη συγκριτικών πλεονεκτημάτων που έρχονται από διαφορετικούς τομείς της οικονομίας.

Σήμερα, για παράδειγμα, θεωρείται αυτονόητο ότι η τουριστική ανάπτυξη σχεδιάζεται ανεξάρτητα από την περιβαλλοντική πολιτική, την αγροδιατροφική ανάπτυξη και την πολιτική στον τομέα του πολιτισμού. Όταν όμως οι πολιτικές για το περιβάλλον, (προστασία και αποκατάσταση οικοσυστημάτων, οικοτουριστικές δράσεις), οι δράσεις για τον πολιτισμό, (φεστιβάλ αρχαίου θεάτρου, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, ανάδειξη ιστορικών γεγονότων σε μουσεία κλπ), καθώς και η αξιοποίηση της μοναδικής μεσογειακής διατροφής, μπορούν μέσω συνεργειών μεταξύ τους να ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα στο εξωτερικό, με τη δημιουργία σημείων προώθησης και πώλησης συνδυασμένων ελληνικών προϊόντων, αλλά ταυτόχρονα μπορούν να ενισχύσουν και τον τουρισμό στο εσωτερικό, μετατρέποντάς τον σε μια σταθερή πλουτοπαραγωγική πηγή 12 μήνες το χρόνο, τότε η οριζόντια διασύνδεση και η ολοκληρωμένη ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Ελλάδας φαντάζει σαν μια νέα ευκαιρία για την οικονομική της ανάπτυξη, καθώς οι συνέργειες επιμέρους τομέων της οικονομίας έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι για να επιτευχθεί ο στόχος της βιώσιμης ανάπτυξης χρειάζεται ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μιας πολιτικής εκτεταμένης παραγωγικής ανασυγκρότησης, στην κατεύθυνση της ανάδειξης ποιοτικών προϊόντων που θα στηρίζονται στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη και στη συνδυασμένη αξιοποίηση των ελληνικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων.

Αυτή η πολιτική, η οποία απαιτεί μια μεγάλη αλλαγή στη σημερινή κρατική δομή και λειτουργία, θα οδηγήσει τη χώρα σε μια βιώσιμη και δίκαιη οικονομική ανάπτυξη, καθώς είναι μια αυτοδύναμη και παραγωγική πολιτική αξιοποίησης των δικών μας συγκριτικών πλεονεκτημάτων που θα αφορά όλους τους Έλληνες, οι οποίοι και θα κληθούν να συμμετέχουν στη μεγάλη εθνική προσπάθεια.
Αυτή είναι σήμερα η μεγάλη ευκαιρία της κυβέρνησης Τσίπρα όχι μόνο για να ανακτήσει την πολιτική κυριαρχία, αλλά και για να μείνει στην ιστορία ως εκείνη που οδήγησε τη χώρα οριστικά σε δρόμο ανάπτυξης και ευημερίας.

*Το άρθρο του καθηγητή Γιάννη Μυλόπουλου, προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε. δημοσιεύθηκε στις 27 Ιουνίου 2017 στην Εφημερίδα των Συντακτών.