Περιβάλλον και Ανάπτυξη: Η κρίση και η ευκαιρία

Η παλαιά θεώρηση που ήθελε τη γη να μοιάζει με έναν κήπο, ο οποίος όσο πιο εντατικά θα καλλιεργούνταν, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν και η καρποφορία του, έχει σήμερα υπερβεί τα όριά της. Οι μη αντιστρεπτές συνέπειες της υπέρβασης της φέρουσας ικανότητας των περιβαλλοντικών συστημάτων, με την εξάντληση και την υποβάθμιση των φυσικών πόρων, την υπερθέρμανση και την κλιματική αλλαγή, υπογραμμίζουν την ανάγκη σχεδιασμού μιας νέας αναπτυξιακής πορείας, με σεβασμό στα όρια και τους περιορισμούς που θέτει η φύση.

Η παραδοχή της Αειφόρου Ανάπτυξης για το Περιβάλλον, μιας ισόρροπης ανάπτυξης δηλαδή με περιβαλλοντικά όρια και φυσικούς περιορισμούς, επανέφερε το στοίχημα της συμβατότητας μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικής ευημερίας, σε ρεαλιστική βάση και αναγόρευσε την ολιστική θεώρηση των πραγμάτων και τις ολοκληρωμένες προσεγγίσεις, ως την πλέον ενδεδειγμένη μέθοδο για την ικανοποίηση και των τριών βασικών παραμέτρων της ζωής στη γη.

Δυστυχώς όμως, η ανθρώπινη απληστία διέψευσε την αισιοδοξία που η έννοια της αειφορίας έφερε για μια ισόρροπη ανάπτυξη που θα επέτρεπε την εντός περιβαλλοντικών ορίων ικανοποίηση των αναγκών.

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η απουσία αντίπαλου δέους που την ακολούθησε, επέτρεψαν στην οικονομική ολιγαρχία του πλανήτη να εγκαθιδρύσει ένα νέο πρότυπο για την οικονομία και την ανάπτυξη, το οποίο, ακολουθώντας τις αρχές του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και με τον κωδικό «παγκοσμιοποίηση της οικονομίας», εισήγαγε έναν φρενήρη οικονομικό ανταγωνισμό και μια ιδιαίτερα επιθετική ανάπτυξη, που γρήγορα υπερέβησαν την φέρουσα ικανότητα τόσο της παραγωγικής βάσης της οικονομίας, όσο όμως και του παγκόσμιου οικοσυστήματος. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίσθηκε η ενίσχυση των ήδη ισχυρών και η συνέχιση της παντοκρατορίας των λίγων.

Η νεοφιλελεύθερη ύβρις απέναντι στη φύση, οδήγησε στη σημερινή τριπλή κρίση:
1. Οικονομική, με την ύφεση της οικονομίας,
2. Κοινωνική, με τη φτώχεια και τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες και
3. Οικολογική, με την εξάντληση των αποθεμάτων της γης, τη διατάραξη της παγκόσμιας οικολογικής ισορροπίας και την κλιματική αλλαγή.

Σήμερα, σε μια εποχή πολύπλευρης κρίσης, η παραδοχή της αειφορίας φαίνεται να είναι πλέον αδύναμη να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες. Κι αυτό γιατί θέτοντας όρια και περιορισμούς στην ανάπτυξη, η αειφορία αποδεικνύεται «λιγότερη» ανάπτυξη, αδυνατώντας να απαντήσει στα μεγάλα προβλήματα της εποχής, μεταξύ των οποίων η ύφεση της οικονομίας, η φτώχεια, η ανεργία και οι μεγάλες στον πλανήτη.

Η ανθρώπινη ευφυΐα αναζητεί σήμερα, στο πρότυπο του αρχαιοελληνικού μέτρου, ένα πολιτικό σύστημα που να υπηρετεί ισόρροπα την επιδίωξη της οικονομικής, της περιβαλλοντικής και της κοινωνικής ανάπτυξης.

Η αναθεώρηση του αειφορικού μοντέλου σε αυτή τη βάση και η ιδέα της ένταξης των περιβαλλοντικών παραμέτρων στους στόχους της οικονομικής πολιτικής, οδήγησε σε μια πιο εξελιγμένη παραδοχή μιας «πράσινης», όπως γι αυτόν ακριβώς το λόγο ονομάστηκε, ανάπτυξης.

Οι «πράσινες» οικονομικές δραστηριότητες, ενσωματώνοντας πλήρως τις περιβαλλοντικές παραμέτρους στους οικονομικούς στόχους, λειτουργούν αφ΄ εαυτών ως κίνητρα οικολογικής συμπεριφοράς. Η αξιοποίηση «πράσινων» δραστηριοτήτων, συμβατών με το κλίμα και το φυσικό περιβάλλον, αποδίδει για πρώτη φορά αναπτυξιακό χαρακτήρα στους περιβαλλοντικούς στόχους, δίνοντας με τον τρόπο αυτόν νέες διεξόδους στα προβλήματα της ύφεσης και της ανεργίας.
Η στροφή στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε τόπου, επαναφέρει την οικονομική ανάπτυξη εντός πλαισίου συμβατότητας με τις τοπικές συνθήκες και αποκαθιστά την «ύβρη» της υπέρβασης της φέρουσας ικανότητας των οικοσυστημάτων, με την οποία είχε ταυτιστεί η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας.

Η αξιοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, η βιολογική γεωργία και η παραγωγή ποιοτικών αγροτικών προϊόντων, η μετάβαση στον οικοτουρισμό και τον αγροτουρισμό, καθώς και τα συνδυασμένα και γι’ αυτό καινοτόμα και ελκυστικά για τις διεθνείς αγορές νέα προϊόντα που συνιστούν συγκριτικά πλεονεκτήματα των τόπων και των χωρών και που παράγονται από την οριζόντια συνεργασία επιμέρους τομέων της οικονομίας, όπως η επιχειρηματικότητα, οι εξαγωγές, η έρευνα, ο τουρισμός, ο αγροδιατροφικός τομέας και ο πολιτισμός, αποτελούν παραδείγματα οικονομικών δραστηριοτήτων που, ενώ είναι απόλυτα συμβατές με τη φέρουσα ικανότητα των περιβαλλοντικών συστημάτων, δεν οδηγούν υποχρεωτικά σε «λιγότερη» ανάπτυξη.

Αν όμως η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, αναμένεται με ενδιαφέρον το υπόλοιπο μισό της περιβαλλοντικά φιλικής μεταρρύθμισης της παγκόσμιας οικονομίας. Που ασφαλώς και θα εξελιχθεί στο πεδίο της σύγκρουσης με τα οικονομικά συμφέροντα που κερδίζουν, καταναλώνοντας δημόσια αγαθά και υποβαθμίζοντας, χωρίς κανένα κόστος, το περιβάλλον.

Ήδη, η παλινωδία της απόσυρσης των ΗΠΑ από τη συμφωνία του Παρισιού για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής είναι σαφής οπισθοδρόμηση, καθώς αποκαλύπτει ότι ο πρόεδρος Τράμπ «κλείνει το μάτι» στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που έχουν αναπτυχθεί γύρω από τη χρήση του άνθρακα και του πετρελαίου. Κι αυτό είναι κακός οιωνός για όσα πρόκειται να συμβούν τα επόμενα χρόνια στον πλανήτη…