Η περιπέτεια της επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας

Στη μεγάλη υπόθεση της εξόδου της χώρας από τη σημερινή ύφεση, ισχύει η γνωστή ρήση για την παράνοια: Ότι δηλαδή ο ορισμός της είναι να επιδιώκεις διαφορετικά αποτελέσματα, ακολουθώντας συνεχώς την ίδια μέθοδο. Που σημαίνει με απλά λόγια ότι στην οικονομία, όσο επιμένουμε στην ίδια κατεύθυνση που ακολουθούσαμε και προ κρίσης, είναι βέβαιον ότι στα ίδια ολέθρια αποτελέσματα του υπερδανεισμού και των τεράστιων ελλειμμάτων θα καταλήξουμε.

Γιατί μια αλήθεια που επιμελώς αποκρύπτεται, είναι ότι και προ του 2009 η εγχώρια παραγωγή βρίσκονταν σε παρακμή, καθώς και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε αποδρομή. Γι αυτό άλλωστε και η χώρα αναγκάζονταν εκ συστήματος να προχωρεί σε εξωτερικούς δανεισμούς δυσανάλογα μεγάλους σε σχέση με τις δυνατότητές της.

Κορυφαίοι δείκτες αυτής της πραγματικότητας για την ελληνική οικονομία είναι η από δεκαετίες ερήμωση της υπαίθρου και η εγκατάλειψη της πρωτογενούς παραγωγής, που συνοδευόμενες από έναν ιδιότυπο αστικό υπερσυγκεντρωτισμό, οδήγησαν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας να συνωστίζεται στα αστικά κέντρα, απασχολούμενο σε μια και μόνο δραστηριότητα του τριτογενούς τομέα, αυτή της παροχής υπηρεσιών.

Έτσι, μια χώρα με δυνατότητες σημαντικής πρωτογενούς παραγωγής περιζήτητων στις διεθνείς αγορές προϊόντων και ειδών διατροφής, βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση τις τελευταίες δεκαετίες να εισάγει ακόμη και προϊόντα παραδοσιακά ελληνικά, όπως λάδι, κρασί, φρούτα, λαχανικά, τυροκομικά, κρέας και ψάρια.
Επιπλέον, μια χώρα με προνομιακή στρατηγική θέση, απαράμιλλο φυσικό κάλλος, μεγάλη βιοποικιλλότητα, πλούσια ιστορία και μοναδικό πολιτισμό, αξίες που από μόνες τους η κάθε μια θα μπορούσαν να αποτελούν σημαντική πηγή οικονομικής ανάπτυξης, υφίσταται επί χρόνια τις συνέπειες της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της οικολογικής καταστροφής και της απαξίωσης κάθε τι ελληνικού, λόγω εισβολής ξένων προτύπων και αξιών.

Και βέβαια σε καμία από τις προαναφερθείσες μακροχρόνιες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας δεν απάντησαν οι περίφημες μεταρρυθμίσεις που μας επέβαλαν οι διεθνείς δανειστές. Κι αυτό γιατί οι όροι “αυτοδύναμη ανάπτυξη” “αξιοποίηση συγκριτικών πλεονεκτημάτων” και “ισότιμη πρόσβαση όλων στις ευκαιρίες της ανάπτυξης” είναι άγνωστοι, αν όχι και απαγορευμένοι στο νεοφιλελεύθερο λεξιλόγιο.

Με δυο λόγια οι νεοφιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές, διεθνείς αλλά και εγχώριοι, ουδόλως ενδιαφέρονται για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Το μόνο που τους ενδιαφέρει στ’ αλήθεια, είναι η εκμετάλλευση του ελληνικού πλούτου από συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που οι ίδιοι εκπροσωπούν. Είναι λοιπόν σαφές ότι αν δεν αναλάβει τώρα η ελληνική κυβέρνηση μια μεγάλη πρωτοβουλία ανατροπής των σημερινών οικονομικών δομών, μια πρωτοβουλία υπέρβασης των παθογενειών και επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας στην κατεύθυνση του στόχου της παραγωγικής ανασυγκρότησης, κανένας τρίτος δεν πρόκειται να το κάνει για εμάς.

Ο αειφορικός στόχος της αυτοδύναμης ανάπτυξης είναι ταυτόσημος με τον επαναπροσδιορισμό της οικονομίας στην κατεύθυνση της αξιοποίησης των ελληνικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων και της αναζήτησης “πράσινων” οικονομικών δρστηριοτήτων, δραστηριοτήτων δηλαδή που δεν θα αποτελούν αιτία εξάντλησης ή υποβάθμισης, αλλά αντίθετα, αφορμή διαχρονικής διατήρησης των πηγών της ανάπτυξης.

Η αειφορική στροφή της ελληνικής οικονομίας περνά υποχρεωτικά από μια νέα, όσο και καινοτόμο αντίληψη, αυτή της ολοκληρωμένης προσέγγισης της ανάπτυξης, που ανοίγει τον δρόμο για οριζόντιες δράσεις μεταξύ των επιμέρους τομέων της οικονομίας, αποκαλύπτοντας καινούργιες και ιδιαίτερα ελκυστικές οικονομικές δραστηριότητες.

Η οριζόντια διασύνδεση της αγροτικής ανάπτυξης με τις εξαγωγές και την επιχειρηματικότητα για παράδειγμα, ανοίγει νέους δρόμους για μια οργανωμένη εξαγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα διεθνώς, με βάση τη μεσογειακή διατροφή και την ελληνική κουζίνα, στο δρόμο που άνοιξαν εδώ και χρόνια, μεταξύ άλλων και οι γείτονές μας οι Ιταλοί.

Η οριζόντια διασύνδεση της αγροτικής ανάπτυξης με τον τουρισμό, ανοίγει προοπτικές για την εξερεύνηση νέων και προσοδοφόρων αγροτουριστικών δραστηριοτήτων. Όπως ακριβώς και η διασύνδεση του τομέα του περιβάλλοντος με τις “πράσινες” υποδομές και τον τουρισμό, ανοίγει νέους ορίζοντες οικοτουριστικής ανάπτυξης που μπορούν να ξαναζωντανέψουν την ελληνική ύπαιθρο και να προσελκύσουν τουριστική δραστηριότητα και τις τέσσερις εποχές του χρόνου.

Στην ίδια κατεύθυνση, η οριζόντια διασύνδεση του πολιτισμού με τον τουρισμό, τις ήπιες υποδομές και την καινοτομία, μπορεί να ανοίξει νέους ορίζοντες για ελκυστικές διεθνώς πολιτιστικές διαδρομές και ζωντανούς μουσειακούς χώρους, όπου θα αναβιώνει με σύγχρονα μέσα η πλούσια ελληνική ιστορία.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική κυβέρνηση σήμερα είναι να εξερευνήσει νέους και προσοδοφόρους δρόμους για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η ριζική αναδιοργάνωση της ελληνικής οικονομίας και η βιώσιμη παραγωγική της ανασυγκρότηση θα είναι η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έχει συμβεί ποτέ. Μια μεταρρύθμιση που θα γυρίσει την πλάτη σε ένα κακό νεοφιλελεύθερο παρελθόν μιας επιβεβλημένης έξωθεν ανάπτυξης που στηρίζονταν σε ξένα πρότυπα και αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση και όχι στην αξιοποίηση του ελληνικού πλούτου.

Για να αλλάξουμε σελίδα και να προχωρήσουμε σε μια αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη που θα παρέχει ευκαιρίες σε όλους, πρέπει να αλλάξουμε πολιτική.
Αν αυτό δεν συμβεί σήμερα, που η συγκυρία είναι εξόχως ευνοϊκή, δεν θα συμβεί ποτέ...

*Το άρθρο του καθηγητή Γιάννη Μυλόπουλου, προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε. δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 26 Απριλίου 2017.