Από την ύφεση στην παραγωγική ανασυγκρότηση

Μια από τις βασικές αιτίες της κρίσης που έπληξε την Ελλάδα, είναι η διαχρονική απουσία μιας υγιούς παραγωγικής βάσης, ικανής να εξασφαλίσει μια βιώσιμη και γι αυτό αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη. Ο ασύμμετρος για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας εξωτερικός δανεισμός, δεν ήταν παρά ένας δείκτης μιας αδύναμης, ελάχιστα αναταγωνιστικής και απολύτως εξαρτημένης από εξωγενείς παράγοντες εθνικής οικονομίας, με χαμηλή δυνατότητα αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και γι αυτό με σχεδόν μηδενικό δείκτη αυτοδυναμίας. Ο μη βιώσιμος, με άλλα λόγια, χαρακτήρας της εθνικής οικονομίας τα τελευταία, προ κρίσης χρόνια, έκανε την Ελλάδα έναν από τους αδύναμους κρίκους τόσο της Ευρωπαϊκής, όσο και της παγκόσμιας οικονομικής αλυσίδας και συνεπώς το ιδανικό θύμα του άκρως ανταγωνιστικού και εξαιρετικά επιθετικού μοντέλου του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού φιλελευθερισμού που επιβλήθηκε στον πλανήτη τις τελευταίες δεκαετίες.

Το τελειωτικό χτύπημα για την ελληνική οικονομία ήρθε από την πολιτική της ακραίας λιτότητας που εφάρμοσαν οι διεθνείς δανειστές, στους οποίους βεβαίως οικειοθελώς και με περισσή αυτοκαταστροφική διάθεση προστρέξαμε για να μας λύσουν το πρόβλημα που εκείνοι, επί τούτοις προκάλεσαν – κι εμείς βέβαια, με ευφυία νηπίου, αποδεχτήκαμε. Η συνταγή των νεοφιλελεύθερων «μεταρρυθμίσεων» που οι δανειστές επέβαλαν μέσω των μνημονίων στη χώρα, ουδόλως αποσκοπούσε σε μια παραγωγική ανασυγκρότηση, προκειμένου η ελληνική οικονομία να αποκτήσει την αναγκαία αυτοδυναμία, αλλά αντίθετα, εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα δικά τους επιχειρηματικά σχέδια.

Με δυο λόγια, αντί να μας δώσουν, μέσα από τις μεταρρυθμίσεις που μας επέβαλαν, τη δυνατότητα να σταθούμε στα πόδια μας, να αναπτυχθούμε οικονομικά και να αποπληρώσουμε από μόνοι μας τα χρέη μας, επέλεξαν τη βολικότερη λύση της καθυπόταξης και της εξαγοράς.

Η ακραία λιτότητα που επέβαλαν, «την οποία θα έπρεπε να είχαμε εφεύρει από μόνοι μας, αν δεν μας την είχαν επιβάλει τα μνημόνια», όπως οι σημερινοί αντιπολιτευόμενοι διακήρυσσαν τότε που ακόμη είχαν τις τύχες της χώρας στα χέρια τους, ελαχιστοποίησε την κατανάλωση και πάγωσε την εσωτερική αγορά, δίνοντας τη χαριστική βολή στην όποια παραγωγική ικανότητα της οικονομίας και βυθίζοντας τη χώρα σε βαθειά ύφεση. Την οποία ύφεση, η νεοφιλελεύθερη αντιπολίτευση σήμερα υποδέχεται με πανηγυρισμούς, αξιοποιώντας την ως μια ακόμη αφορμή για να επανέλθει στην κυβερνητική εξουσία, προκειμένου να εφαρμόσει, οικειοθελώς πλέον, την ίδια νεοφιλελεύθερη υφεσιακή συνταγή. Κάτι δηλαδή σαν την αυτοεκπληρούμενη προφητεία...

Τούτων δοθέντων, ο νεοφιλελεύθερος ισχυρισμός ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα η χώρα είναι ιδιωτικές επενδύσεις, ακούγεται μάλλον ειρωνικός, καθώς οι μόνες ιδιωτικές επενδύσεις που προσελκύει μια καταρρέουσα και σε βαθειά ύφεση οικονομία, έχουν τη μορφή της εξαγοράς...

Για να υπάρξουν οι επενδύσεις που θα φέρουν την ανάπτυξη και θα κάνουν την οικονομία στοιχειωδώς αυτοδύναμη, χρειάζεται εκ θεμελίων αλλαγή των οικονομικών δομών στην κατεύθυνση μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα στηριχθεί στα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου. Αγροτικά προϊόντα, μεσογειακή διατροφή και αγροτοτουρισμός, φυσικός, ενεργειακός και ορυκτός πλούτος, γεωστρατηγική θέση, φύση, δάση, τοπία και οικοτουρισμός, εκπαίδευση, έρευνα, καινοτομία και ανθρώπινο δυναμικό, καθώς και η παράδοση και ο πολιτισμός σε μια περιοχή της γης με πλούσια ιστορία, πρέπει να γίνουν το πρωτογενές υλικό πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας. Μια διαδικασία που για να συμβεί, χρειάζονται κρατικές παρεμβάσεις με τη μορφή μιας αναπτυξιακής πολιτικής και ενός βιώσιμου παραγωγικού σχεδιασμού.

Γελούν ακόμη και στη μητρόπολη του νεοφιλελευθερισμού, στις ΗΠΑ, όταν ακούν ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις, από μόνες τους, φέρνουν ανάπτυξη. Όταν το σημερινό οικονομικό θαύμα της Silicon Valley, με τις παγκοσμιοποιημένες σήμερα εταιρείες - γίγαντες της καινοτομίας, των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής, στηρίχθηκε σε κρατικό σχεδιασμό και γενναία δημόσια χρηματοδότηση για να στηθεί και να έρθουν στη συνέχεια οι ιδιωτικές επενδύσεις να το απογειώσουν.

Αν θέλουμε η ακραία κρίση που έπληξε οδυνηρά την Ελλάδα και τους Έλληνες, έστω και την τελευταία στιγμή, να γίνει ευκαιρία, θα πρέπει να υπάρξει μια συγκροτημένη προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, που θα είναι αφενός ολοκληρωμένη, με την έννοια τόσο της συνολικής και ενιαίας αντιμετώπισης της οικονομίας, όσο και των συνεργειών και της δυναμικής αλληλεπίδρασης των επιμέρους αναπτυξιακών πολιτικών και αφετέρου βιώσιμη, τόσο με την έννοια της ενίσχυσης αειφορικών και “πράσινων” δραστηριοτήτων που θα στηρίζονται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου, όσο και με τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής δικαιοσύνης, της οικονομικής αυτοδυναμίας και της αντοχής στον χρόνο.

Έστω και σήμερα, με την πλάτη στον τοίχο των διαπραγματεύσεων, είναι η τελευταία μας ευκαιρία να σταθούμε στα πόδια μας και να αποκτήσουμε μια παραγωγική οικονομία και μια αυτοδύναμη ανάπτυξη. Γιατί αν περιμένουμε από τις “μεταρρυθμίσεις” που μας επιβάλλονται, η ύφεση θα συνεχίσει να βαθαίνει, δικαιώνοντας τις… φιλότιμες προσπάθειες των εγχώριων και των διεθνών νεοφιλελεύθερων “μεταρρυθμιστών”…

*Το άρθρο του καθηγητή Γιάννη Α. Μυλόπουλου, προέδρου της Αττικό Μετρό ΑΕ, δημοσιεύθηκε στις 10 Μαρτίου 2017 στην Εφημερίδα των Συντακτών.