Μυλόπουλος: «Να ενώσουμε δυνάμεις για το έργο που θα αλλάξει την πόλη και τις ζωές μας»

Εισήγηση του Προέδρου της Αττικό Μετρό ΑΕ, Καθηγητή, Γιάννη Μυλόπουλου στην παρουσίαση της λύσης για το Σταθμό Βενιζέλου

Η απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού για την έγκριση της μελέτης κατασκευής του σταθμού Βενιζέλου με κατά χώρα ανάδειξη των αρχαιοτήτων, στο πλαίσιο των εργασιών για την κατασκευή του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης, την οποία υπέβαλε η Αττικό Μετρό ΑΕ μετά από στενή συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης, το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών και το Δήμο Θεσσαλονίκης, ανοίγει τον δρόμο για την επανέναρξη των εργασιών στο σταθμό Βενιζέλου και την υλοποίηση και ολοκλήρωση του έργου του μετρό της Θεσσαλονίκης.

Είναι η πρώτη φορά που όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς συνεργάζονται τόσο για την κατασκευή του σταθμού, όσο και για την αξιοποίηση και ανάδειξη των σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων, θέτοντας υπεράνω όλων το δημόσιο συμφέρον.

Ένα χρόνο πριν το έργο ήταν σταματημένο, τα κονδύλια παγωμένα και οι 1500 εργαζόμενοι άμεσα και οι 3500 περίπου έμμεσα εμπλεκόμενοι στο έργο άνεργοι. Και είναι χαρακτηριστικό ότι από τον Μάρτιο του 2016 μέχρι σήμερα, τον πρώτο χρόνο δηλαδή επαναλειτουργίας του έργου, επενδύθηκαν στο έργο 165 εκ. Ευρώ, όταν από το 2006-2015 επενδύθηκαν μόλις 330 εκ. Ευρώ...
Σήμερα λοιπόν, που η διάνοιξη της μίας από τις δίδυμες σήραγγες έχει ήδη ολοκληρωθεί και της άλλης ολοκληρώνεται σε λίγες εβδομάδες, που οι 11 από τους 13 σταθμούς κατασκευαστικά έχουν τελειώσει ή είναι σε φάση ολοκλήρωσης και το έργο εξελίσσεται πλέον με ταχείς ρυθμούς σε όλα τα μέτωπα, η επανέναρξη των εργασιών στο σταθμό Βενιζέλου, που ήταν το τελευταίο αγκάθι για την υλοποίηση του έργου, επισφραγίζει ότι το Μετρό της Θεσσαλονίκης μπαίνει πλέον στην τελική του φάση.

Πρέπει να γίνει σαφές ότι η λύση της Αττικό Μετρό ΑΕ, στην οποία στηρίχθηκε η μελέτη, σήμερα είναι μονόδρομος.
Πρώτον, διότι η λύση της κατά χώραν ανάδειξης των αρχαιοτήτων, σύμφωνα με τη γνώμη των ειδικών επί του θέματος αρχαιολόγων, αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη επιστημονικά λύση, καθώς διατηρεί ανέπαφο το 91% των ευρημάτων και διασφαλίζει την ολοκληρωμένη ανάδειξή τους ως ενιαίου συνόλου. Οποιαδήποτε προσωρινή απόσπαση και επανατοποθέτησή τους, σύμφωνα πάντα με τη γνώμη των ειδικών, θα κατέστρεφε και θα ακύρωνε την αξία των ευρημάτων, ως ενιαίου και αναπόσπαστου συνόλου.

Δεύτερον, διότι σήμερα η λύση της κατά χώραν ανάδειξης είναι η μόνη λύση που είναι συμβατή με την νομιμότητα, με δεδομένη τη γνωμοδότηση του ΚΑΣ και την τελευταία σχετική απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού του 2015, που επιβάλλει την κατά χώραν ανάδειξη των αρχαιοτήτων.

Και μόνο το γεγονός ότι η λύση αυτή σήμερα αποτελεί μονόδρομο, θέτει εκτός συζήτησης οποιαδήποτε σύγκρισή της με άλλες, εναλλακτικές λύσεις, που είχαν εμφανιστεί στο παρελθόν και αυτό γιατί οποιαδήποτε απόπειρα επιστροφής σε τέτοιες λύσεις θα σήμαινε εκ νέου πισωγύρισμα και άλλα 3 χρόνια καθυστερήσεων για το έργο, γεγονός που θα είχε πολύ μεγαλύτερο κόστος από το οποιοδήποτε ενδεχόμενο μικρό όφελος.

Το γεγονός, άλλωστε, ότι με αυτή τη λύση εκτός από έναν υπερσύγχρονο σταθμό η πόλη κερδίζει και έναν μοναδικό στον κόσμο ανοιχτό αρχαιολογικό χώρο εντός του σταθμού, προσδίδει στη λύση αυτή μεγάλη προστιθέμενη αξία και έχει πολλαπλά οφέλη για την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και για τη διεθνή προβολή της Θεσσαλονίκης.

Καλώ, λοιπόν, τους φορείς και τους πολίτες της Θεσσαλονίκης να γυρίσουμε την πλάτη σε ένα κακό παρελθόν άγονων αντιπαραθέσεων και τεχνητών διλημμάτων, που κινδύνευσε να ακυρώσει την υλοποίηση του πιο σημαντικού έργου υποδομής που έχει γίνει ποτέ στην πόλη και να ενώσουμε δυνάμεις, ώστε όλοι μαζί να εγκαινιάσουμε το 2020 ένα έργο που θα αλλάξει την πόλη και τις ζωές μας.