Στην Ελλάδα του 2006... (Αγγελιοφόρος)

Στην Ελλάδα του 2006 ο φόβος του πολίτη για την αστυνομία καλά κρατεί. Οι αστυνομικοί νομιμοποιούνται να ξυλοκοπούν άγρια τους κρατουμένους, ακόμη κι αφού τους έχουν φορέσει χειροπέδες. Δύο περιστατικά μέσα σε λιγότερο από δύο βδομάδες και μάλιστα στην ίδια πόλη, οπωσδήποτε δεν αποτελούν απλή σύμπτωση!

Στην Ελλάδα του 2006, οι κακοποιημένοι κρατούμενοι δεν αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι που πάσχουν. Δεν έχουν δικαίωμα στην άμεση περίθαλψη των τραυμάτων τους. Ακόμη κι όταν αιμορραγούν, σφαδάζουν από τους πόνους και ζητούν βοήθεια. Προέχει η προσαγωγή στο κρατητήριο «για τα περαιτέρω». Ωσάν να μη συμβαίνει τίποτε. Κι όταν τα «περαιτέρω» ολοκληρωθούν, ώρες μετά, τους μεταφέρουν σε νοσοκομείο δηλώνοντας ως αιτία τον «αυτοτραυματισμό». Διαψεύδοντας την κλινική εικόνα του τραυματία, τις σκηνές της τηλεόρασης και τις γνωματεύσεις δύο ιατροδικαστών.

Στην Ελλάδα του 2006 η αστυνομία νομιμοποιείται να απωθεί, να βρίζει χυδαία και να προπηλακίζει αυτόπτες μάρτυρες της παραβατικής δράσης της. Ακόμη κι όταν οι πολίτες δηλώνουν τα ονόματα και τις ιδιότητές τους και ζητούν από την αστυνομία το αυτονόητο: Να κληθεί ασθενοφόρο για έναν κρατούμενο που εμφανώς υποφέρει. «Δεν είναι δική σας δουλειά ρε…», τους φωνάζουν. Σωστά! Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, αυτό θα έπρεπε να είναι δουλειά της αστυνομίας. Αλλά δυστυχώς, στην Ελλάδα του 2006 η «δουλειά» της αστυνομίας είναι φαίνεται διαφορετική…

Στην Ελλάδα του 2006, κατά την αστυνομία, υπάρχουν ιδιαίτερα επικίνδυνες… ζαρντινιέρες. Ευτυχώς που εκτός από την αστυνομία, στην Ελλάδα του 2006, υπάρχει κι η τηλεόραση!

Στην Ελλάδα του 2006, ακόμη κι όταν ένα γεγονός πολιτικοποιείται και φτάνει να στιγματίζεται από το σύνολο του πολιτικού κόσμου, του ίδιου του πρωθυπουργού συμπεριλαμβανομένου, δεν υπάρχουν ούτε συλλογικές, ούτε πολιτικές ευθύνες. Φταίνε προσωπικά οι συγκεκριμένοι αστυνομικοί που έτυχε να πρωταγωνιστούν. Οι οποίοι, ακόμη κι αν πιστέψουμε ότι δεν εκτελούσαν εντολές, δρούσαν πάντως μπροστά στα μάτια των προϊσταμένων τους.

Στην Ελλάδα του 2006, ακόμη βλέπουμε το δέντρο. Για το δάσος, ούτε λόγος να γίνεται…