Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η ΠΟΛΙΤΙΚH ΑΠΑΞIΩΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜOΣΙΑΣ ΕΚΠΑIΔΕΥΣΗΣ

Η σημερινή δυσχερέστατη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε όμως και προϊόν της οικονομικής κρίσης, όπως γίνεται προσπάθεια να εμφανιστεί. Αυτό που ζει η καθημαγμένη και απαξιωμένη δημόσια εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια δεν είναι σύμπτωμα που οφείλεται στην κρίση. Είναι το αποτέλεσμα της εφαρμογής μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής απαξίωσης του δημόσιου χώρου και ιδιωτικοποίησης των δημόσιων αγαθών την οποία, με πρόσχημα την κρίση, απεργάστηκαν οι κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας.

Η πολιτική απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης, η οποία είχε κατ’ εξοχήν πεδίο εφαρμογής στα πανεπισήμια, στηρίχθηκε σε μια σειρά από νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα, που επινοήθηκαν για τις ανάγκες της περίστασης.

Ο ΠΙΘΟΣ ΤΩΝ ΔΑΝΑΪ́ΔΩΝ

Το πρώτο από αυτά διατυπώθηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ επί Κ. Καραμανλή του νεότερου, αρκετά χρόνια πριν εμφανιστεί η οικονομική κρίση. Σύμφωνα με αυτό η Παιδεία παρομοιάστηκε με τον... πίθο των Δαναΐδων, με ένα πιθάρι δηλαδή χωρίς πυθμένα, που όσα χρήματα και αν ρίξεις σε αυτό θα χαθούν. Το ιδεολόγημα αυτό εφευρέθηκε και διακινήθηκε σε ανύποπτη ακόμη εποχή μεγάλης δημοσιονομικής χαλάρωσης και υπήρξε το άλλοθι για τη μετέπειτα πολιτική της υποχρηματοδότησης της Παιδείας στη χώρα μας.

Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και αν υπήρχαν ψήγματα αλήθειας σε αυτό το ιδεολόγημα, αυτά δεν αφορούσαν στην ίδια την Παιδεία, ως δραστηριότητα που στηρίζει την ανάπτυξη, ενισχύει την κοινωνική συνοχή και συμβάλλει στην κοινωνική ευημερία, αλλά ενδεχομένως την όχι αποδοτική οργάνωσή της. Αντί λοιπόν να βελτιώσουν τις οργανωτικές δομές, ξεκίνησαν την κατεδάφιση του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης στο πρότυπο της λογικής "πονάει δόντι-κόψε κεφάλι".

Το δεύτερο ιδεολόγημα που έγινε στερεότυπο, αναπτύχθηκε από την ίδια κυβέρνηση Καραμανλή και ήταν εκείνο, σύμφωνα με το οποίο η ιδιωτική Παιδεία θα ωφελούσε, δήθεν, τη δημόσια, η οποία θα υποχρεώνονταν να βελτιωθεί λόγω ανταγωνισμού. Θα περίμενε βεβαίως κανείς, μια κυβέρνηση που πίστευε πράγματι στον ανταγωνισμό, πρώτα να επιτρέψει στην δημόσια εκπαίδευση να γίνει ανταγωνιστική, αναβαθμίζοντας τις λειτουργίες της και απελευθερώνοντας τις δομές της από τον σφικτό κρατικό εναγκαλισμό, πριν ανοίξει την πόρτα για στην ιδιωτική. Η επιλογή της συρρίκνωσης που ακολουθήθηκε, έδειξε ότι οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις δεν ενδιαφέρονταν στ´ αλήθεια για την ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης, αλλά για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπιμοτήτων...

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΒΛΑΠΤΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ;
Στη συνέχεια ήρθε από την επόμενη κυβέρνηση, αυτή του Γιώργου Παπανδρέου, το καταλυτικό ιδεολόγημα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η διάλυση των πανεπιστημίων, αυτό που ήθελε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να είναι... τρίτης κατηγορίας. Το ιδεολόγημα αυτό, δια στόματος του ίδιου του τότε πρωθυπουργού στους Δελφούς, όπου είχε προσκαλέσει τους πρυτάνεις προκειμένου να τους παρουσιάσει το νέο, τότε, νομοθέτημα για τα πανεπιστήμια, έδωσε το άλλοθι για την αλλαγή υποδείγματος στην ανώτατη εκπαίδευση, η οποία επιτεύχθηκε με την ψήφιση, από το σύνολο των μετέπειτα μνημονιακών δυνάμεων, του γνωστού ως νόμου Διαμαντοπούλου.

Το νομοθέτημα αυτό, που αντέγραψε το μοντέλο των ιδιωτικών πανεπιστημίων πέραν του Ατλαντικού, ένα μοντέλο δηλαδή αυταρχικό, αντιδημοκρατικό και συγκεντρωτικό, στηρίχθηκε σε ένα ακόμη νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα: Αυτό που έβλεπε τη Δημοκρατία σαν τον μεγάλο ανταγωνιστή της Παιδείας. Όλα τα δεινά του εκπαιδευτικού συστήματος αποδόθηκαν στις ακαδημαϊκές ελευθερίες και την εσωτερική δημοκρατία, σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή παράδοση, που αναγορεύει τη Δημοκρατία σε αναγκαία προϋπόθεση για κάθε πνευματική δημιουργία.

Ο... ΟΡΓΟΥΕΛΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο δρόμος ήταν πλέον ανοικτός για την κατάλυση της αυτοδιοίκησης και της εσωτερικής δημοκρατίας στα πανεπιστήμια. Τα οποία, σύμφωνα με το νόμο Διαμαντοπούλου, θα διοικούνταν στο εξής σαν ιδιωτικοί οργανισμοί, από Διοικητικά Συμβούλια, τα οποία θα διόριζαν και τις υπόλοιπες βαθμίδες της πανεπιστημιακής διοίκησης. Οι άμεσες και δημοκρατικές εκλογές για την ανάδειξη των πανεπιστημιακών αρχών και η εκπροσώπηση της πανεπιστημιακής κοινότητας και των ακαδημαϊκών μονάδων στα συλλογικά όργανα διοίκησης, σύμφωνα με αυτό το ιδεολόγημα ενοχοποιήθηκαν και γι αυτό καταργήθηκαν.

Στο σημείο αυτό και για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του αυταρχικού, αντιδημοκρατικού και αντιακαδημαϊκού πνεύματος του συγκεκριμένου νομοθετήματος, ας δούμε τι θα σήμαινε η εφαρμογή ενός συστήματος ανάλογου με το νόμο Διαμαντοπούλου στην πολιτική ζωή της χώρας.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι στο όνομα των προβλημάτων και παθογενειών του κομματισμού, της διαφθοράς και της διαπλοκής που εμφανίζει το πολιτικό σύστημα, ένας «φωτισμένος μεταρρυθμιστής», με πρόσχημα την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής, εφαρμόζει ένα καινοτόμο εκλογικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η άμεση, καθολική και δημοκρατική ψηφοφορία στις εθνικές εκλογές καταργείται και στη θέση της εισάγεται ένα σύστημα έμμεσης ανάδειξης των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Για το σκοπό αυτό ένα Συμβούλιο Σοφών, αποτελούμενο κατά το ήμισυ από έλληνες πολιτικούς και κατά το υπόλοιπο από διορισμένες από αυτούς διεθνείς προσωπικότητες, μετά από αξιολόγηση των προγραμματικών θέσεων και ύστερα από συνέντευξη με τους υποψήφιους πρωθυπουργούς, απορρίπτει εκείνους που κατά τη γνώμη του δεν πληρούν τις προδιαγραφές που το ίδιο θέτει για τη διακυβέρνηση της χώρας. Καταλήγει έτσι στην προεπιλογή τριών πολιτικών κομμάτων και τριών υποψήφιων πρωθυπουργών αντιστοίχως, τους οποίους και παραδίδει στους πολίτες προκειμένου να επιλέξουν μεταξύ αυτών, εκείνον που θα τους κυβερνήσει.

Με δεδομένο, μάλιστα, ότι αυτή η... μεταρρύθμιση έχει ψηφιστεί από τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, τα κόμματα τα οποία προεπιλέγονται από το Συμβούλιο των Σοφών στην πρώτη εφαρμογή της, όλως συμπτωματικώς, συμβαίνει να είναι η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι…

Αυτό το κατά τα άλλα… Οργουελικό σύστημα διοίκησης έφερε στα πανεπιστήμια ο νόμος Διαμαντοπούλου. Ο οποίος είναι σαφές ότι διαπνέεται από το δόγμα: «Η Δημοκρατία βλάπτει σοβαρά τα πανεπιστήμια».

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ
Τα Συμβούλια Ιδρύματος που θέσπισε ο νόμος Διαμαντοπούλου, ως το κορυφαίο όργανο στη νέα διοικητική πυραμίδα, θα μείνουν στην ιστορία ως ο μοναδικός πανεπιστημιακός θεσμός που λειτούργησε ερήμην της πανεπιστημιακής κοινότητας. Αφού μόνιμη αγωνία τους ήταν η αναζήτηση ασφαλών χώρων, εντός και εκτός πανεπιστημίων, μακρυά πάντοτε από τα μάτια της πανεπιστημιακής κοινότητας, προκειμένου να συνεδριάζουν εν κρυπτώ…

Ακόμη θα μείνουν στην ιστορία ως ο θεσμός εκείνος που έβλεπε τα πανεπιστήμια να καταρρέουν από την ακολουθούμενη πολιτική της λιτότητας και σαν άλλοι Νέρονες, θαύμαζαν την καταστροφή. Προφανώς σε ένδειξη… ευγνωμοσύνης προς την κυβέρνηση στην οποία όφειλαν την ύπαρξή τους.

Τα ΣΙ ακόμη, θα μείνουν στην ιστορία ως οι μοναδικοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν στο όνομα της αυτοδιοίκησης και θεσμοθετήθηκαν ως όργανα... ετεροδιοίκησης. Αφού κατά το ήμισυ στελεχώθηκαν, δια διορισμού, από εξωτικά μέλη, ξένα με την πανεπιστημιακή κοινότητα και άσχετα με τη διοικητική πρακτική.

Όσο για τους... λαμπρούς επιστήμονες από το εξωτερικό που πλαισίωσαν τα πρώτα ΣΙ, αυτοί, χωρίς πιθανόν να το γνωρίζουν, έπαιξαν ρόλο άλλοθι και προπετάσματος καπνού στην επιχείρηση κυβερνητικής άλωσης των πανεπιστημίων. Αφού στη συντριπτική τους πλειοψηφία, μπορεί να ήταν άριστοι, πράγματι, επιστήμονες, δεν μπόρεσαν όμως να προσφέρουν τα αναμενόμενα, καθώς, εκτός λίγων εξαιρέσεων, ήταν παντελώς ξένοι τόσο με το σύνθετο έργο της διοίκησης, όσο όμως και με την πολύπλοκη και πολυσχιδή ελληνική πραγματικότητα. Ο απρόκλητα αντιδημοκρατικός άλλωστε τρόπος της ανάδειξής τους, όχι με ανοικτή και δημοκρατική εκλογή από την κοινότητα, αλλά με κλειστή διαδικασία διορισμού από τα εσωτερικά μέλη των ΣΙ, λειτούργησε υπέρ της δημιουργίας δικτύων διαπλοκής και σχέσων εξάρτησης εντός των Συμβουλίων.

Έτσι, οι… λαμπροί ξένοι επιστήμονες έφυγαν όπως ήρθαν, αφού οι προβλέψεις του νόμου Διαμαντοπούλου, δυστυχώς, τους ήθελαν σαν διακοσμητικά στοιχεία. Ούτε τα πανεπιστήμια ωφελήθηκαν από την παρουσία τους, ούτε οι ίδιοι μπόρεσαν να αφήσουν το ίχνος τους σε αυτά. Κι αυτό γιατί τα εσωτερικά, κατά κύριο λόγο, μέλη των Συμβουλίων, αναλώθηκαν σε παιχνίδια εξουσίας σε βάρος των εκλεγμένων πανεπιστημιακών αρχών. Η υπεροψία με την οποία πολιτεύθηκαν, δικαιολογεί απολύτως το άδοξο τέλος που τους επεφύλασσε η κυβέρνηση της Αριστεράς.

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΩΣ ΑΧΡΗΣΤΗ ΔΑΠΑΝΗ
Το κακό όμως δεν σταμάτησε εδώ. Για να υπαχθεί η Παιδεία στην πολιτική της λιτότητας, αξιοποιήθηκε από την ίδια κυβέρνηση Παπανδρέου, αλλά στη συνέχεια και από την κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το ιδεολόγημα που την ήθελε μια ακόμη άχρηστη δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό. Αντίθετα δηλαδή με ό,τι έχει εμπεδωθεί στην Ευρώπη, που θέλει την Παιδεία να αντιμετωπίζεται ως μια επένδυση για το μέλλον, στην Ελλάδα των μνημονίων θεωρήθηκε σαν δαπάνη προς περικοπή…

Και ήρθε και το τελικό χτύπημα από την κυβέρνηση Σαμαρά, η οποία, προκειμένου να εφαρμόσει το μέτρο της διαθεσιμότητας στα πανεπιστήμια και να απολύσει υπαλλήλους κατ´ επιταγήν της τρόικας, υποστήριξε τον μύθο ότι αυτά έχουν πλεονάζον προσωπικό. Χωρίς καμία τεκμηρίωση, μια και τα ελληνικά ΑΕΙ έχουν τη χειρότερη αναλογία προσωπικού προς φοιτητές και χωρίς καμία αξιολόγηση, απομάκρυναν χρήσιμο ανθρώπινο δυναμικό από τα πανεπιστήμια, οδηγώντας τα σε αδυναμία λειτουργίας.

Η ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΜΑΛΟΤΗΤΑ
Οι υπεύθυνοι για την επιστροφή της ανώτατης εκπαίδευσης στο παρελθόν, είναι αυτοί οι ίδιοι που σήμερα, χύνουν κροκοδείλια δάκρυα ανακαλύπτοντας την οπισθοδρόμηση πίσω από το νομοσχέδιο Μπαλτά. Το οποίο, αν μη τι άλλο, καταργώντας τις κυρίαρχες δομές διοίκησης του νόμου Διαμαντοπούλου, έρχεται να αποκαταστήσει τα τραύματα που οι εμπνευστές του και οι νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες τους προκάλεσαν στην Παιδεία, επαναφέροντας τα πανεπιστήμια σε τροχιά δημοκρατικής ομαλότητας και σε πνεύμα ακαδημαϊκών ελευθεριών.

Ο νόμος Διαμαντοπούλου θα μείνει στην ιστορία ως μια μάταιη, όπως αποδεικνύεται σήμερα, εκ του αποτελέσματος, προσπάθεια δημοκρατικής απονομιμοποίησης των Πανεπιστημίων. Αφού κανένα από τα κορυφαία όργανα της πανεπιστημιακής διοίκησης, (Συμβούλιο Ιδρύματος, Πρύτανης, Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες), σύμφωνα με τις προβλέψεις αυτού του κραυγαλέα αντιδημοκρατικού νόμου, δεν εκλέγονταν με άμεση και δημοκρατική ψηφοφορία, σε αντίθεση με τις δημοκρατικές πανεπιστημιακές παραδόσεις του Ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Όσον αφορά τέλος το δήθεν κενό που θα δημιουργήσει η κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος, η επαναφορά των αρμοδιοτήτων που τους αποδόθηκαν στη Σύγκλητο και τους εκλεγμένους με δημοκρατικό, στο εξής, τρόπο πρυτάνεις και αντιπρυτάνεις, θα συμβάλει καθοριστικά ώστε να επανέλθουν τα πανεπιστήμια σε τροχιά δημοκρατίας, αυτοδιοίκησης και ομαλής ακαδημαϊκής λειτουργίας.

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Η Παιδεία, λοιπόν, δεν είναι το θύμα της οικονομικής κρίσης, όπως εντέχνως εμφανίζεται. Η συστηματική θεσμική απαξίωση και οικονομική υποβάθμισή της είναι προϊόν συγκεκριμένης πολιτικής κατεύθυνσης, που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχεδιασμό νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, που αποσκοπούν στην ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου και στην εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών. Αυτή η πολιτική είναι μια από τις κύριες αιτίες της κρίσης και συγχρόνως ένα από τα κύρια συμπτώματα που παράγουν κρίση σε όλα τα επίπεδα.

Αντί λοιπόν να αναφερόμαστε στην κρίση της Παιδείας, είναι ορθότερο να συζητούμε για την Παιδεία της κρίσης...