Πως θα αποκατασταθεί ο μορφωτικός ρόλος του εκπαιδευτικού συστήματος (Από το TVXS)

 

Ο υπουργός Παιδείας Α. Λοβέρδος, κάτω από την πίεση των καταστροφικών για τα  επιπτώσεων του πρόσφατου νόμου για τις μετεγγραφές, ο οποίος αφενός βουλιάζει τα κεντρικά ιδρύματα, που δεν μπορούν χωρίς επαρκείς αίθουσες, εργαστήρια και αναγκαίο προσωπικό να ανταποκριθούν στον διπλασιασμό των πρωτοετών φοιτητών τους, ενώ αφετέρου αποψιλώνει τα περιφερειακά ΑΕΙ, τα οποία βλέπουν τους μισούς και πλέον πρωτοετείς να μετακομίζουν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και κάτω από το βάρος των μαθητικών αντιδράσεων στην πρωτοφανή υποβάθμιση του μορφωτικού ρόλου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προχώρησε σε έναν επικοινωνιακό ελιγμό. Ανακοίνωσε ότι στο εξής, την ευθύνη της απόφασης για το πλήθος των φοιτητών που μπορούν τα πανεπιστήμια να εκπαιδεύσουν, θα την έχουν τα ίδια τα ιδρύματα. 
Μπροστά δηλαδή στη γενική κατακραυγή από τις θλιβερές συνέπειες ενός άφρονος νόμου, ο οποίος στις πλάτες των πανεπιστημίων και κατ’ ουσία στις πλάτες των φοιτητών τους, που σύντομα θα διαπιστώσουν την υποβάθμιση των σπουδών και των πτυχίων τους, ισχυρίζεται ότι κάνει «κοινωνική πολιτική», μετατοπίζει τώρα τις ευθύνες για τον αριθμό των πρωτοετών φοιτητών, στα πανεπιστήμια. 
Φανερή η επικοινωνιακή... τρίπλα του ευφυούς υπουργού. Τώρα που η κυβέρνηση οδήγησε τα πανεπιστήμια στην απαξίωση, αναγκάζοντάς τα να εκπαιδεύουν διπλάσιο αριθμό φοιτητών με λιγότερα από τα μισά χρήματα και με ελάχιστο προσωπικό, καλεί τα ίδια τα πανεπιστήμια να διαχειριστούν τις επιπτώσεις της κοντόφθαλμης και γι αυτό λαϊκιστικής πολιτικής της, μεταβιβάζοντας σε αυτά τις δύσκολες αποφάσεις της αναγκαστικής μείωσης, στο εξής, του φοιτητικού πληθυσμού. Η κυβέρνηση άλλωστε, ό,τι είχε να κερδίσει από τις μετεγγραφές το κέρδισε, ξεγελώντας τις οικογένειες των φοιτητών ότι δήθεν τις βοηθά, μεταφέροντας τα παιδιά τους στα κεντρικά πανεπιστήμια. Τον λογαριασμό όμως των επιλογών της, τον στέλνει σε άλλους...
Ξεπερνώντας τον επικοινωνιακό χαρακτήρα άλλης μιας απόφασης που, προσωρινά, έβγαλε από τη δύσκολη θέση έναν υπουργό, η κίνηση αυτή καθεαυτή έχει ενδιαφέρον. Πάγιο αίτημα των πανεπιστημίων επί χρόνια, ήταν τις καθοριστικές αποφάσεις για τη λειτουργία τους, όπως για παράδειγμα το πλήθος των φοιτητών που μπορούν να εκπαιδεύσουν σύμφωνα με τις πραγματικές τους δυνατότητες, να τις λαμβάνουν τα ίδια τα ιδρύματα. Και επί χρόνια, εκεί που τα πανεπιστήμια δήλωναν ότι μπορούν να εκπαιδεύσουν μόνον 100, για παράδειγμα, φοιτητές, το υπουργείο ενέκρινε 150, ενώ μετά από τις μετεγγραφές και τις λοιπές εγγραφές ειδικών κατηγοριών φοιτητών, ο τελικός αριθμός κάθε χρόνο διπλασιάζονταν σε σχέση με τις πραγματικές τους δυνατότητες. Ο προσεκτικός παρατηρητής θα παρατηρήσει μάλιστα ότι ο τελικός αριθμός των εισακτέων αυξάνονταν πολύ περισσότερο, σε προεκλογικές περιόδους. 
Δεν είναι όμως μόνο το πλήθος των φοιτητών που κάθε πανεπιστήμιο μπορεί να εκπαιδεύσει, η μόνη απόφαση που πρέπει να αποκεντρωθεί και να μεταφερθεί από το κράτος στα πανεπιστήμια. Ανατρέχοντας στα ΕυρωπαΪκά συστήματα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εύκολα διαπιστώνεται ότι στις περισσότερες χώρες, τις βασικές αποφάσεις για την επιλογή των φοιτητών που τα πανεπιστήμια θα κληθούν να εκπαιδεύσουν, τις λαμβάνουν τα ίδια τα τριτοβάθμια ιδρύματα. Τα κριτήρια εισαγωγής, το είδος της εξέτασης, συχνά τα ίδια τα θέματα των εξετάσεων και η ύλη από την οποία αυτά αντλούνται, το βάρος των προαπαιτούμενων προσόντων, όπως ο τελικός βαθμός του απολυτηρίου και οι επιμέρους επιδόσεις στα διάφορα μαθήματα που σχετίζονται με το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών, καθώς και αποφάσεις που αφορούν στην υιοθέτηση ή όχι κατώτατου ορίου εισαγωγής, εν είδει βάσης στα εξεταζόμενα μαθήματα, είναι αποφάσεις που λαμβάνονται από τα ίδια τα ιδρύματα υποδοχής, αφού σχετίζονται αφενός με τις ειδικές απαιτήσεις κάθε γνωστικού πεδίου και αφετέρου με την ποιότητα και τις ικανότητες των φοιτητών που κάθε πανεπιστήμιο επιδιώκει να προσελκύσει. 
Αντίθετα, στην Ελλάδα, όλες αυτές οι αποφάσεις που αφορούν στην ουσία της εκπαίδευσης, λαμβάνονται κεντρικά, από το υπουργείο Παιδείας, το οποίο με τον τρόπο αυτόν ελέγχει απόλυτα όλη την έκταση των εκπαιδευτικών ζητημάτων, έχοντας παράλληλα τη δυνατότητα να προσαρμόζει τις αποφάσεις του, σύμφωνα με τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες. Όπως συμβαίνει τώρα, με την επικοινωνιακού χαρακτήρα κίνηση του υπουργού, ο οποίος μεταβιβάζει κατά το δοκούν και επιλεκτικά στα πανεπιστήμια, όποιες αποφάσεις εξυπηρετούν τη συγκυρία και τον βγάζουν από τη δύσκολη θέση.
Και σε εκείνη πάντως ακόμη την περίπτωση, που το σύστημα των εξετάσεων, για λόγους που σχετίζονται με τον αδιάβλητο χαρακτήρα του, επιλεγεί να σχεδιάζεται και να υλοποιείται σε κεντρικό επίπεδο, θα πρέπει πρώτον να διασφαλιστεί ότι το σύστημα αυτό δεν θα επηρεάζεται από κυβερνητικές αποφάσεις, καθώς και ότι η τελική διαμόρφωση των κριτηρίων επιλογής, όπως και η τελική επιλογή των φοιτητών, θα αφεθούν στη διακριτική ευχέρεια των ιδρυμάτων υποδοχής, δηλαδή των πανεπιστημίων.
Η απεξάρτηση του τρόπου εισαγωγής των υποψήφιων φοιτητών στα πανεπιστήμια από κυβερνητικές αποφάσεις και από πολιτικές σκοπιμότητες και η αποκέντρωση των αποφάσεων που αφορούν στην επιλογή των φοιτητών στο επίπεδο των ίδιων των πανεπιστημίων, είναι ο μόνος δρόμος για να επιτευχθούν τα δύο κορυφαία ζητούμενα του εκπαιδευτικού συστήματος, που ταυτόχρονα είναι και δύο κορυφαία σημεία διεκδίκησης των σημερινών μαθητικών κινητοποιήσεων. Καθώς με τον τρόπο αυτόν θα αποκατασταθεί, επιτέλους, ο μορφωτικός ρόλος του σχολείου, το οποίο θα απελευθερωθεί από τη δουλεία της εξυπηρέτησης των σκοπιμοτήτων της μετάβασης των μαθητών στην επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα. Κι ακόμη, με τον τρόπο αυτόν θα απελευθερωθούν οι μαθητές και οι γονείς τους από το άγος των φροντιστηρίων, τα οποία συντηρούνται από το εξεταστικοκεντρικό σύστημα της εισαγωγής των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ως... παράπλευρη ωφέλεια ενός τέτοιου συστήματος μπορεί ακόμη να αναφερθεί και το γεγονός ότι οι φοιτητές θα σπουδάζουν, επιτέλους, στις σχολές που πραγματικά επιθυμούν και όχι σε εκείνες που το κεντρικό σύστημα αναγκαστικά τους κατευθύνει, όπως συμβαίνει σήμερα.
Είναι σαφές ότι το μόνο που δεν χρειαζόμαστε πλέον, είναι μια ακόμη κυβερνητική εκδοχή του συστήματος των εισαγωγικών, ή των πανελλήνιων ή των πανελλαδικών εξετάσεων, όπως ονομάστηκαν ανάλογα με την εποχή και τη συγκυρία. Αντίθετα, αυτό που χρειάζεται το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας είναι ακριβώς η απεξάρτησή του από κυβερνητικές επιλογές και ο απεγκλωβισμός του από πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτή είναι και η ουσία του αιτήματος των μαθητικών κινητοποιήσεων, καθώς αυτό που τα παιδιά προσπαθούν σήμερα να πουν, είναι ότι πρέπει επιτέλους να πάψουν οι κυβερνήσεις, χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων, να παίζουν παιχνίδια με το μέλλον τους.
Το μόνο το οποίο χρειάζεται να κάνει το κράτος στο εξής, είναι να σχεδιάσει το βασικό πλαίσιο εντός του οποίου τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα θα μπορούν στο εξής να κινηθούν, προκειμένου να μπορούν να αποφασίζουν τα του οίκου τους. Και βεβαίως να καθιστά γνωστό εγκαίρως το ύψος του προϋπολογισμού της δημόσιας εκπαίδευσης, ώστε να μπορούν τα ιδρύματα να προσαρμόζουν τις αποφάσεις τους, σύμφωνα με τα μέσα και τους πόρους που θα τους διαθέτει η Πολιτεία.
Είναι βέβαιο πάντως ότι μια τέτοια ριζική αλλαγή στο εκπαιδευτικό σύστημα, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από εκείνες τις κυβερνήσεις που υποβάθμισαν τη δημόσια Παιδεία και οι οποίες, πιστεύοντας στον κυρίαρχο ρόλο της αγοράς, έθρεψαν το πελατειακό σύστημα και χρησιμοποίησαν το κράτος για ίδιο, κομματικό και συχνά και προσωπικό όφελος. Χρειάζεται μια ευρύτερη πολιτική αλλαγή που θα επιφέρει μια νέα κοινωνική συμφωνία, στην κατεύθυνση της ενίσχυσης των δημόσιων δομών σε στρατηγικού χαρακτήρα τομείς. Κι αυτό, προκειμένου να αποκατασταθεί η βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας, που είναι η απόδοση ίσων ευκαιριών για όλους στην Παιδεία και μέσω αυτής στην ανάπτυξη και την ευημερία.