Η παιδεία... των δεξιών «μεταρρυθμίσεων» (Μεταρρύθμιση)

Το βράδυ του πρώτου γύρου των δημοτικών εκλογών, ο πρωθυπουργός δήλωνε αυτάρεσκα ότι το μήνυμα από το θρίαμβο της παγκόσμιας πρωτοτυπίας του 42%, που όμως δεν εμπόδισε ούτε την εκλογή της Φώφης και του Φασούλα, ούτε και την αποδοκιμασία του Παπαγεωργόπουλου στη Θεσσαλονίκη, ήταν ότι η κυβέρνησή του πρέπει να συνεχίσει αταλάντευτα όπως είπε, την πολιτική των «μεταρρυθμίσεων»!

Επειδή για τους περισσότερους η αναφορά σε «μεταρρυθμίσεις» υπήρξε ασαφής και γενικόλογη, ήρθε ευτυχώς η επόμενη Κυριακή, οπότε τα πράγματα έγιναν πιο καθαρά. Ο πρωθυπουργός λαμβάνοντας το μήνυμα από τη μεγάλη ήττα στη Μέκκα του Καραμανλισμού, τις Σέρρες, την οριακή επικράτηση Παπαγεωργόπουλου στη Θεσσαλονίκη και από την αποδοκιμασία των κυβερνητικών υποψηφίων στην Πάτρα, τον Βόλο και την Καρδίτσα, κάλεσε επιτέλους τους εκπαιδευτικούς σε συνάντηση.

Κανείς δεν διατηρούσε πλέον την παραμικρή αμφιβολία, ότι όταν ο πρωθυπουργός αναφέρεται σε «μεταρρυθμίσεις», εννοεί το χώρο της Παιδείας. Η έστω και καθυστερημένη συνάντηση με τους απεργούς, γέμισε τους πάντες με αισιοδοξία. Επιτέλους! Η Παιδεία έπαιρνε την προτεραιότητα που της αναλογούσε! Η κυβερνητική αδιαλλαξία υποχωρούσε, υπέρ του μεγάλου εθνικού στοιχήματος που αφορά το μέλλον των επόμενων γενιών. Η κυβέρνηση είχε πάρει το μήνυμα των εκλογών κι εγκατέλειπε την αλαζονική στάση, σκύβοντας επιτέλους με ευαισθησία στα μεγάλα προβλήματα της χώρας.

Το σκηνικό των εκλογών έκλεισε με τον πρωθυπουργό να κοιτάζει στα μάτια τους εκπαιδευτικούς και να τους εξηγεί ότι η ελληνική οικονομία δεν αντέχει να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης! Και για όσους δεν αντιλαμβάνονται τη σημασία και το μέγεθος αυτής της διαπίστωσης, υπάρχει κι η συμπληρωματική επεξήγηση: Η δημόσια εκπαίδευση αποτελεί το σύγχρονο «πίθο των Δαναίδων». Δηλαδή τρύπιο πιθάρι. Που ό,τι πέφτει μέσα χάνεται, χωρίς να επιστρέφει κέρδος στον «επενδυτή». Δεν είναι μ’ άλλα λόγια «κερδοφόρα» η επένδυση στην Παιδεία. Δεν βγάζει καν τα λεφτά της.

Προεκλογικά βέβαια, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Ήταν ακόμη η εποχή της αθωότητας της «νέας» διακυβέρνησης, τότε που η αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, περνούσε ακόμη υποχρεωτικά μέσα από τη γενναία δημόσια χρηματοδότηση. Σήμερα η ελληνική οικονομία, σύμφωνα πάντα με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, αντέχει εκείνες μόνο τις μεταρρυθμίσεις που έχουν σαφή ανταποδοτικό χαρακτήρα. Όπως για παράδειγμα η πώληση τραπεζών, η εκχώρηση πλειοψηφικών πακέτων οργανισμών κοινής ωφέλειας, η λογιστική αύξηση του εθνικού πλούτου με συνυπολογισμό των κερδών από την παραοικονομία, ή ακόμη κι οι αυξήσεις που από μόνοι τους οι δικαστικοί επιδικάζουν στους εαυτούς τους.

Στην κυνική αυτή παρομοίωση όμως της δημόσιας εκπαίδευσης με τρύπιο πιθάρι, συμπυκνώνεται όλη η φιλοσοφία της Δεξιάς για το κοινωνικό κράτος. Όσο δεν βγάζει τα λεφτά του, δεν αξίζει η επένδυση σ’ αυτό...

Εδώ αρχίζει κι εδώ τελειώνει η περιπέτεια της λεγόμενης «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης» της κυβέρνησης Καραμανλή. Έτσι εξηγείται η συστηματική υποχώρηση της δημόσιας χρηματοδότησης της Παιδείας κατά 10% σε πραγματικά μεγέθη, από το 2004 μέχρι σήμερα! Την ίδια μάλιστα ώρα που οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, ακόμη κι αυτοί που διακατέχονται από νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις κι έχουν μακρά παράδοση στην ιδιωτική εκπαίδευση, δαπανούν πολύ περισσότερα αναλογικά μ’ εμάς κονδύλια, προκειμένου να διατηρήσουν σε υψηλό επίπεδο το δημόσιο εκπαιδευτικό τους σύστημα!

Έτσι εξηγείται η αποσπασματική και προσχηματικά αξιοκρατική ρύθμιση της βαθμολογικής βάσης στις εισαγωγικές εξετάσεις. Η οποία μετέτρεψε εν μια νυκτί έναν διαγωνισμό κατάταξης υποψηφίων, σε εξετάσεις διαπίστωσης της γνωστικής τους επάρκειας. Χωρίς όμως την παραμικρή διαφοροποίηση στα κριτήρια ελέγχου των γνωστικών ικανοτήτων των υποψηφίων ανά σχολή. Πετυχαίνοντας έτσι το διπλό στόχο της δραστικής μείωσης των σπουδαστών στα δημόσια ΤΕΙ της περιφέρειας αφενός και της αύξησης των εσόδων των λογής αδιαβάθμητων ιδιωτικών σχολών και κολλεγίων αφετέρου.

Έτσι εξηγείται ακόμη, η αγωνία των δεξιών «μεταρρυθμιστών» να γίνει αποδεκτή ως μεγάλη τομή στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η διαγραφή όσων σπουδαστών καθυστερούν τη λήψη του πτυχίου τους. Διότι η μείωση του πλήθους των σπουδαστών, του παρονομαστή δηλαδή του κλάσματος, δίνει την εντύπωση της αύξησης του δείκτη της κατά κεφαλήν χρηματοδότησης της Παιδείας. Ακόμη κι όταν τα πραγματικά ποσά που δαπανώνται γι’ αυτήν, μειώνονται συστηματικά.

Έτσι εξηγείται κι η εμμονή στην τροποποίηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Η οποία ασφαλώς και στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού δεν αποσκοπεί στην απελευθέρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από τα κρατικά δεσμά, όπως ορισμένοι ρομαντικοί εξακολουθούν να πιστεύουν. Αλλά αντίθετα, στην εκχώρηση ενός «πακέτου» της δημόσιας εκπαίδευσης στον ιδιωτικό τομέα. Ο οποίος έχει πιο αποτελεσματικές μεθόδους για να κλείνει τις τρύπες στα σύγχρονα πιθάρια των Δαναίδων…

Η επένδυση στην Παιδεία πράγματι δεν μπορεί να είναι ανταποδοτική, γι’ αυτούς που ο χρονικός ορίζοντας του σχεδιασμού τους έχει όριο το τέλος της τετραετίας. Καθώς και για εκείνους που συγχέουν το όφελος με το κέρδος, αποτιμώντας τα πάντα σε «ζεστό» χρήμα. Η επένδυση στην Παιδεία θα αποδώσει καρπούς στην επόμενη γενιά, οι οποίοι θα εκδηλωθούν μέσα από την ανάπτυξη της χώρας, από το επίπεδο του πολιτισμού και από την κοινωνική ευημερία.

Ο μόνος αστάθμητος παράγοντας γι’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη, άκρως συντηρητική και αντικοινωνική αντίληψη της παρομοίωσης της παιδείας με σύγχρονο «πίθο των Δαναίδων», είναι μήπως οι υποστηρικτές της, αποφεύγοντας από επιλογή να επενδύσουν στο κοινωνικό κράτος, επενδύουν εν τέλει πολιτικά στο πραγματικά τρύπιο πιθάρι της κοινωνικής αναλγησίας. Που σημαίνει ότι όταν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός των εντυπώσεων και η κοινωνία διαπιστώσει την απάτη, κινδυνεύουν να μην πάρουν πίσω ούτε την ψήφο τους…