Πως να κρυφτείς απ' τα παιδιά... των καταλήψεων

Για τα παιδιά που ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο 

Το ότι η κλιμακούμενη ένταση στους δρόμους και οι καθημερινές σκηνές βίας ολοφάνερα εξυπηρετούν τους μικροπολιτικούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης, ασφαλώς και δεν αποτελεί είδηση σε μια χώρα με ιστορική μνήμη.  Το παιχνίδι της Δεξιάς με τα φοβικά σύνδρομα της κοινωνίας είναι αρκετά παλιό και παίζεται σε διάφορες παραλλαγές, ανάλογα με τις συνθήκες και τις εποχές. Κάποτε ήταν οι «εχθροί του έθνους» που απειλούσαν το τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Σήμερα, είναι οι κουκουλοφόροι και οι λογής ταραξίες με τις μολότοφ, που περιφρονούν το νόμο και απειλούν την τάξη. Η κρίση πυροδοτείται έντεχνα και με όλα τα μέσα που διαθέτει η κυβερνητική εξουσία, κρατικά και παρακρατικά, προκειμένου να καλλιεργηθεί η ανασφάλεια στους φιλήσυχους και κατάλληλα (παρα)πληροφορημένους πολίτες. Το σχέδιο εξελίσσεται με τους ίδιους αυτούς που ευθύνονται για τις ταραχές και την αναστάτωση, να έρχονται άλλοτε με τη μορφή  των σωτήρων και άλλοτε με τη προβιά των μεταρρυθμιστών, προκειμένου να πουλήσουν «προστασία» στους τρομοκρατημένους οικογενειάρχες. Εξαργυρώνοντας φυσικά σε ψήφους την εθνική προσφορά τους στην υπόθεση της αποκατάστασης της τάξης.

More...

Το παιχνίδι βέβαια αυτό, υποκρύπτει μεγάλους κινδύνους γι’ αυτούς που το σκηνοθετούν, καθώς είναι γνωστό το τι διακινδυνεύουν όσοι επιμένουν να παίζουν με τη φωτιά. Κάτι, που δεν απέχει και πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα, για όσους τουλάχιστον εξακολουθούν να βλέπουν ελάχιστα πιο μακριά από τις εκλογές …

Ένα άλλο επίσης αυτονόητο γεγονός, είναι ότι η παρατεταμένη διάλυση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν ωφελεί κανέναν άλλον, πέραν από τους νεοφιλελεύθερους υποστηρικτές της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Οι επίδοξοι άλλωστε «σχολάρχες», είναι γνωστό ότι κάθε μέρα που περνά και τα πανεπιστήμια παραμένουν κλειστά, τρίβουν τα χέρια τους μετρώντας την αύξηση της εν δυνάμει πελατείας τους.

Εκείνο που ίσως δεν είναι τόσο αυτονόητο, είναι η στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας των πανεπιστημιακών, από την οποία θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη πολιτική ωριμότητα. Η ΠΟΣΔΕΠ, αν και είδε εγκαίρως το δόλωμα, δεν κατάφερε δυστυχώς ποτέ να δει και το αγκίστρι. «Τσίμπησε» εξ αρχής στο παραμύθι της πρόκλησης, προσφέροντας στην κυβέρνηση ακριβώς αυτό που επιδίωκε: Έναν ακραίο αντίπαλο, που ακριβώς λόγω της αδιαλλαξίας του, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να παίξει το παιχνίδι της κλιμάκωσης της έντασης.

Σαν άλλος Χότζας, η ΠΟΣΔΕΠ αυτοχειριάστηκε για να εκδικηθεί τον αντίπαλό της. Στο όνομα της υποστήριξης του δημόσιου πανεπιστημίου, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να το αποδυναμώσει. Οδήγησε τους πανεπιστημιακούς σε μια δίμηνη απεργία διαρκείας, μετά πλήρων - παρακαλώ – αποδοχών, η οποία προκάλεσε δικαιολογημένα το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Το χειρότερο όλων, είναι ότι οι «αγωνιστικές κινητοποιήσεις» της ΠΟΣΔΕΠ, έγιναν με τις πλάτες των φοιτητικών καταλήψεων, οι οποίες και κάλυψαν απόλυτα τη γύμνια της ελάχιστης πραγματικής συμμετοχής. Η υποστήριξη στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς κορυφώθηκε, με την αποχώρηση των συνδικαλιστικών εκπροσώπων των πανεπιστημιακών από τη συζήτηση στη Βουλή. Η κίνηση αυτή, εκτός που αποτελεί ευθεία προσβολή για τον ελληνικό λαό, συνέβαλε τα μέγιστα στην προσπάθεια της κυβέρνησης να ψηφιστεί ο νόμος πλαίσιο εν μέσω απουσίας επιχειρημάτων και σε καθεστώς πλήρους αφωνίας της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Αλλά και η Δεξιά από τη μεριά της, δεν ξέχασε τους…αριστερούς ψάλτες της. Τους ηρωοποίησε μέσω των γνωστών δηλώσεων Πολύδωρα και τους ανέδειξε σε πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, προσφέροντάς τους έστω και καθυστερημένα, τα λίγα λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούσαν.

Η ανάλυση όμως που εξαντλείται στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, καθώς και στις ευθύνες της συνδικαλιστικής ηγεσίας των πανεπιστημιακών, αδικεί κατάφωρα τους πραγματικούς πρωταγωνιστές των κινητοποιήσεων, τους εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές ανά την Ελλάδα. Οι οποίοι με την αυθεντική αντίδρασή τους, είναι αυτοί που στην ουσία διαμόρφωσαν το τοπίο πάνω στο οποίο συντονισμένα ασέλγησαν οι εργολάβοι της κρατικής και της συνδικαλιστικής εξουσίας.

Για τους περισσότερους, οι νέοι αυτοί δεν αξίζουν καν σχολιασμού, καθώς παρουσιάζονται ως υποκινούμενοι από τρίτους, ως οπαδοί ακραίων αντιεξουσιαστικών (και γι’ αυτό αντικοινωνικών) οργανώσεων, ως παιδιά παραστρατημένα που δεν έχουν τίποτε να χάσουν, ή ακόμη και ως κακοποιά στοιχεία, που βρίσκουν εύκολο τρόπο να βγάλουν τα απωθημένα τους κατά του κράτους και της αστυνομίας. Αλίμονο όμως αν πιστέψουμε ότι το μέλλον της χώρας, βρίσκεται σε χέρια… περιθωριακών στοιχείων και κοινωνικών αποβρασμάτων!

Η αλήθεια, για όσους τουλάχιστον έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα στα πανεπιστήμια, είναι ότι τα παιδιά των καταλήψεων δεν είναι άλλα από τα παιδιά που εμείς μεγαλώνουμε, με θυσίες είναι αλήθεια, σε συνθήκες απόλυτης ασφάλειας και πλήρους αφθονίας υλικών αγαθών και απολαύσεων. Είναι τα παιδιά της εικόνας, της τηλεόρασης και του ίντερνετ, τα παιδιά που μεγάλωσαν με την ιδέα να σπουδάσουν όχι για να μορφωθούν, αλλά για να βρουν μια καλή θέση στην αγορά εργασίας. Είναι τα παιδιά που δεν εμπνεύστηκαν από ιδέες και ιδανικά, αλλά από χρήματα και νέα μοντέλα αυτοκινήτων και ηλεκτρονικών συσκευών. Είναι τα παιδιά που μεγάλωσαν σε μια κοινωνία ιδιώτευσης και υλιστικού προσανατολισμού, χωρίς να έχουν ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσουν τη δημιουργική χαρά που παρέχουν η κοινωνικοποίηση και η συλλογική προσπάθεια.

Είναι τα παιδιά που βρήκαν τα πανεπιστήμια «κατειλημμένα» από τις κομματικοποιημένες φοιτητικές παρατάξεις, που διαγκωνίζονταν ποια πρώτη θα τους χαρίσει πάρτυ και εκδρομές στη Μύκονο και ποια θα τους εξασφαλίσει καλύτερα την ύλη των μαθημάτων και τα θέματα των εξετάσεων. Είναι τα παιδιά που βρήκαν τη δεξιά φοιτητική παράταξη κυρίαρχη, να ελέγχει πρυτάνεις και κοσμήτορες και να έχει ιδιωτικοποιήσει ακόμη και τον φοιτητικό συνδικαλισμό, συστήνοντας εταιρείες με την ονομασία ΟΝΝΕΔ ΑΕ, προκειμένου να απομυζά από τη φιλική κυβέρνηση κονδύλια, για να χρηματοδοτεί τις προπαγανδιστικές της δράσεις.

Είναι τα παιδιά που σε πείσμα των καιρών, επιμένουν να ονειρεύονται ένα καλύτερο κόσμο. Γι’ αυτό λοιπόν και η ακραία, είναι αλήθεια, αντίδρασή τους όταν απειλήθηκε με άλωση το τελευταίο, μη εμπορευματοποιημένο οχυρό σ’ αυτήν τη χώρα: Το δημόσιο πανεπιστήμιο.

Αυτά τα παιδιά των καταλήψεων, που είναι τα καλύτερα μυαλά που διαθέτουμε σήμερα, προσπαθούν μέσα από τις ακραίες αντιδράσεις τους, (πως αλλιώς άλλωστε θα τα προσέξουμε?) εναγώνια κάτι να μας πουν. Κι εμείς, βυθισμένοι στον απόλυτο αυτισμό μας, αντί να τείνουμε «ευήκοον ους», στρεφόμαστε εναντίον τους, κατηγορώντας τα ολημερίς στις τηλεοράσεις και ζητώντας από την αστυνομία να χρησιμοποιήσει βία, προκειμένου να πάψουν να μας ενοχλούν.

Λες κι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης των κοινωνικών φαινομένων, είναι η χρήση βίας και μεθόδων καταστολής!