Χρηματοδότηση και αυτοτέλεια (ΤΑ ΝΕΑ, 27/10/2010)

Τα πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο χρειάζονται δύο βασικές προϋποθέσεις προκειμένου να επιτελέσουν επιτυχώς την αποστολή της παραγωγής και της μετάδοσης της επιστημονικής γνώσης: Επαρκή χρηματοδότηση αφενός και διοικητική, οικονομική και ακαδημαϊκή αυτοτέλεια και αυτοδιοίκηση αφετέρου.

Χωρίς επαρκή χρηματοδότηση ένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αναπτύξει τις υψηλού κόστους κτιριακές και εργαστηριακές υποδομές που απαιτούνται τόσο για τη διεξαγωγή της βασικής και της εφαρμοσμένης έρευνας, όσο και για την άρτια εκπαίδευση των φοιτητών. Χωρίς επαρκή χρηματοδότηση ακόμη ένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αποκτήσει το έμπειρο και υψηλής στάθμης επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό που θα δώσει πνοή στις υποδομές και θα οδηγήσει σε υψηλές ερευνητικές και εκπαιδευτικές επιδόσεις. Η υστέρηση των ελληνικών πανεπιστημίων, όπως αυτή προκύπτει από τις διεθνείς κατατάξεις που συχνά βλέπουν το φως της δημοσιότητας, οφείλεται κατά βάση στο γεγονός ότι τα δικά μας ΑΕΙ δεν έχουν αναπτύξει στον ίδιο βαθμό με τα Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά ιδρύματα με τα οποία συνήθως συγκρίνονται ούτε τις υποδομές, ούτε όμως και το προσωπικό τους.
Οι λίγες δεκαετίες ζωής των ελληνικών πανεπιστημίων ωχριούν σε σχέση με τους αιώνες ιστορίας και παράδοσης των αντίστοιχων ξένων ιδρυμάτων. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη του την πρόσφατη ιστορία της χώρας μας, αντιλαμβάνεται ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια άρχισαν ουσιαστικά να αναπτύσσονται μετά τη μεταπολίτευση κι αυτό σε όχι εύκολες οικονομικά συνθήκες. Με αποτέλεσμα τη συστηματική μέχρι τώρα υποχρηματοδότηση τόσο των υποδομών, όσο και του προσωπικού. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι πριν ακόμη από την οικονομική κρίση, σε κάθε έλληνα φοιτητή αναλογούσαν 4.000 Ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης ετησίως, τη στιγμή που στο μέσο Ευρωπαίο φοιτητή αναλογούσαν 10.000 Ευρώ. Η μεγάλη διαφορά οφείλεται και στη χαμηλή χρηματοδότηση των δικών μας ιδρυμάτων, αλλά και στο μεγάλο πλήθος των φοιτητών μας. Η διαφορά αυτή εκτοξεύεται αν η χρηματοδότηση των ελληνικών πανεπιστημίων συγκριθεί με εκείνη των αντίστοιχων σε μέγεθος Αμερικανικών.
Την πραγματικότητα αυτή σπάνια την παραδέχονται οι κυβερνήσεις, οι οποίες συνηθίζουν να αποδίδουν τα κακώς κείμενα των ελληνικών πανεπιστημίων στη μη ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, καθώς και στις εσωτερικές παθογένειές τους. Γεγονός που ακόμη κι αν συμβαίνει, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τις μεγάλες ελλείψεις των ελληνικών ιδρυμάτων σε εγκαταστάσεις και εργαστήρια, καθώς και σε εξειδικευμένο επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό.
Στη σημερινή δύσκολη οικονομικά συγκυρία, ασφαλώς και τα πράγματα γίνονται κατά πολύ χειρότερα για τα πανεπιστήμια. Θα πρέπει όμως κάποτε να αποφασίσουμε αν ως κράτος θα εξακολουθούμε να μην επενδύουμε στο μέλλον, ανατροφοδοτώντας πεισματικά την ύφεση. Καθώς είναι διεθνώς γνωστό ότι στην εποχή της οικονομίας της γνώσης, η εκπαίδευση, η επιστημονική έρευνα και η καινοτομία αποτελούν τη μόνη οδό για τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης.
Η δεύτερη προϋπόθεση για να επιτελέσει ένα πανεπιστήμιο το ρόλο του είναι η διοικητική, οικονομική και ακαδημαϊκή αυτοτέλεια και αυτοδιοίκησή του. Η θεσμική δηλαδή αποδέσμευση των δραστηριοτήτων της παραγωγής και της μετάδοσης της επιστημονικής γνώσης από κρατικά, κομματικά, οικονομικά, ή όποια άλλα συμφέροντα επιδιώκουν τον έλεγχο και την καθοδήγησή τους. Αυτοδιοίκηση βεβαίως δε σημαίνει την πλήρη αυτονόμηση των πανεπιστημίων, αλλά τη σταδιακή μετατροπή τους από κρατικά που είναι σήμερα στη χώρα μας, σε δημόσια ιδρύματα που θα λογοδοτούν στην κοινωνία για τη δράση τους. Η αυτοδιοίκηση ενός δημόσιου πανεπιστημίου σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία επιτυγχάνεται:
α) Με την εκλογή των οργάνων διοίκησης των ιδρυμάτων από την ίδια την πανεπιστημιακή κοινότητα. Η απαίτηση αυτή, η οποία είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένη, δεν πληρούται στις προτάσεις που κατέθεσε η κυβέρνηση για τα πανεπιστήμια, όπου προβλέπεται οι πρυτάνεις να επιλέγονται με διεθνή προκήρυξη, ανοικτή σε υποψηφιότητες και εκτός των πανεπιστημίων, ακόμη και εκτός της ίδιας της χώρας.
β) Με την αποκοπή του ομφάλιου λώρου που συνδέει το κράτος με τα πανεπιστήμια, με ταυτόχρονη θεσμοθέτηση συμβουλίων ελέγχου και κοινωνικής λογοδοσίας. Και αυτό το ζήτημα αποτελεί σημείο αιχμής στις προτάσεις που παρουσίασε η κυβέρνηση, καθώς επιδιώκεται τα συμβούλια αυτά, στα οποία θα συμμετέχουν και εξωπανεπιστημιακοί, να μη λειτουργούν ως θεσμοί κοινωνικού ελέγχου, αλλά ως όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων, καθώς προβλέπεται η μεταφορά σ’ αυτά αρμοδιοτήτων της Συγκλήτου και του Πρυτανικού Συμβουλίου. Η διοίκηση των πανεπιστημίων από εξωπανεπιστημιακά όργανα καταργεί την αυτοδιοίκηση, καθώς ισοδυναμεί με σύστημα... ετεροδιοίκησής τους.
Αν υπάρχει τέλος κάτι που οπωσδήποτε ΔΕΝ αποτελεί πρϋπόθεση βελτίωσης για το ελληνικό πανεπιστήμιο, είναι ακόμη ένας πόλεμος φθοράς από τους επίδοξους μεταρρυθμιστές του, με στόχο την αποδυνάμωσή του και δι’ αυτής την ευκολότερη επικράτηση των όποιων «μεταρρυθμιστικών» προσπαθειών. Τα μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού που όλοι έχουμε ως πρότυπα, αν έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους, είναι ότι ανέκαθεν περιβάλλονταν με τη φροντίδα και την αποδοχή τόσο της Πολιτείας, όσο και της κοινωνίας προς όφελος της οποίας λειτουργούν.