Δει δη χρημάτων... (Αγγελιοφόρος, 23/10/2010)

Δεν ανακαλύπτει τον τροχό όποιος διαπιστώνει ότι χωρίς χρήματα ένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αναπτύξει τις υψηλού κόστους κτιριακές και εργαστηριακές υποδομές που απαιτούνται αφενός για τη διεξαγωγή της βασικής και της εφαρμοσμένης έρευνας και αφετέρου για την άρτια εκπαίδευση των φοιτητών. Ούτε εισάγει γλαύκα εις Αθήνας όποιος υποστηρίζει ότι χωρίς επαρκή χρηματοδότηση ένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αποκτήσει το έμπειρο και υψηλής στάθμης επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό που θα οδηγήσει σε υψηλές ερευνητικές και εκπαιδευτικές επιδόσεις. Η υστέρηση των ελληνικών πανεπιστημίων άλλωστε, όπως αυτή προκύπτει από τις διεθνείς κατατάξεις που συχνά βλέπουν το φως της δημοσιότητας, οφείλεται κατά βάση στο γεγονός ότι τα δικά μας ΑΕΙ δεν έχουν αναπτύξει στον ίδιο βαθμό με τα Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά ιδρύματα ούτε τις υποδομές, ούτε και το προσωπικό τους.

Οι λίγες δεκαετίες ζωής των ελληνικών πανεπιστημίων ωχριούν σε σχέση με τους αιώνες ιστορίας και παράδοσης των αντίστοιχων ξένων ιδρυμάτων. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη του την πρόσφατη ιστορία της χώρας μας, αντιλαμβάνεται ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια άρχισαν ουσιαστικά να αναπτύσσονται μετά τη μεταπολίτευση κι αυτό σε όχι εύκολες οικονομικά συνθήκες. Με αποτέλεσμα τη συστηματική μέχρι τώρα υποχρηματοδότηση τόσο των υποδομών, όσο και του προσωπικού τους. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι πριν ακόμη από την οικονομική κρίση, σε κάθε έλληνα φοιτητή αναλογούσαν 4.000 Ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης ετησίως, τη στιγμή που στο μέσο Ευρωπαίο φοιτητή αναλογούσαν 10.000 Ευρώ! Η διαφορά αυτή εκτοξεύεται αν η δική μας χρηματοδότηση συγκριθεί με εκείνη των αντίστοιχων σε μέγεθος Αμερικανικών πανεπιστημίων...
Την πραγματικότητα αυτή σπάνια την παραδέχονται οι κυβερνήσεις, οι οποίες συνηθίζουν να αποδίδουν τα κακώς κείμενα των ελληνικών πανεπιστημίων στη μη ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Γεγονός που ακόμη κι αν είναι αληθές, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τις μεγάλες ελλείψεις των ελληνικών ιδρυμάτων σε εγκαταστάσεις, εργαστήρια και προσωπικό.
Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, ασφαλώς και τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα. Η περικοπή κατά το ένα τρίτο της δημόσιας χρηματοδότησης, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού λόγω μετεγγραφών, αναμένεται φέτος να προκαλέσει σοβαρά εμπόδια στην ομαλή λειτουργία των ελληνικών πανεπιστημίων. Θα πρέπει όμως κάποτε να αποφασίσουμε επιτέλους αν θα εξακολουθήσουμε να μην επενδύουμε στο μέλλον, ανατροφοδοτώντας, μέσω της υποχρηματοδότησης των πανεπιστημίων, την ύφεση. Καθώς είναι διεθνώς γνωστό ότι στην εποχή της οικονομίας της γνώσης, η εκπαίδευση, η επιστημονική έρευνα και η καινοτομία αποτελούν τη μόνη οδό για τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης.