Από το Ρίο στην Κοπεγχάγη (Αγγελιοφόρος)

Η πρώτη συγκροτημένη αντίδραση της παγκόσμιας κοινότητας στην υποβάθμιση του Περιβάλλοντος έγινε το 1992 στη διάσκεψη του Ρίο. Εκεί οι ηγέτες του πλανήτη συμφώνησαν ότι η οικονομική ανάπτυξη για να έχει διάρκεια στο χρόνο, πρέπει να έχει ως όριο τη φέρουσα ικανότητα της φύσης. Η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης για το περιβάλλον, μιας ανάπτυξης δηλαδή με περιβαλλοντικά όρια και φυσικούς περιορισμούς, επανέφερε το στοίχημα της συμβατότητας μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικής ευημερίας, σε ρεαλιστική βάση. Η συμφωνία που ακολούθησε για τη μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα κατά 20% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, γνωστή ως συμφωνία του Κιότο, δεν ήταν παρά η πρώτη απόπειρα εφαρμογής των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης.

Η παραδοχή της αειφορίας όμως, θέτοντας όρια και περιορισμούς στην οικονομική ανάπτυξη, δεν ήταν συμβατή με τις συνθήκες ισχυρής ανταγωνιστικότητας στις οποίες υποχρέωσε τις εθνικές οικονομίες η εποχή της παγκοσμιοποίησης. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε κατά πολύ σήμερα με τη διεθνή οικονομική κρίση, όπου τα οξυμμένα προβλήματα της ύφεσης και της ανεργίας απαιτούν άμεσες αναπτυξιακές διεξόδους.
Η ανθρώπινη ευφυΐα αναζητά στις μέρες μας ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που, στηριζόμενο στα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε τόπου, θα μπορεί να είναι συγχρόνως οικονομικά αποδοτικό, οικολογικά εφικτό και κοινωνικά δίκαιο. Τις εγγυήσεις αυτές τις ικανοποιεί σήμερα η παραδοχή της «πράσινης» ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία οι περιβαλλοντικοί στόχοι αποκτούν για πρώτη φορά αναπτυξιακό χαρακτήρα.
Η βιολογική γεωργία, τα ποιοτικά αγροτικά προϊόντα που είναι συμβατά με τις τοπικές συνθήκες, ο αγροτουρισμός κι ο οικοτουρισμός, τα ενεργειακά κτίρια, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι σύγχρονες τεχνολογίες επεξεργασίας και διαχείρισης αποβλήτων και απορριμμάτων, αποτελούν παραδείγματα «πράσινων» επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που ενώ είναι απόλυτα συμβατές με τη φέρουσα ικανότητα της φύσης, εντούτοις δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με «λιγότερη» ανάπτυξη.
Αν όμως η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, αναμένεται με ενδιαφέρον το υπόλοιπο μισό της «πράσινης» μεταρρύθμισης της οικονομίας. Που ασφαλώς και θα εξελιχθεί στο πεδίο της σύγκρουσης με τα οικονομικά συμφέροντα που κερδίζουν καταναλώνοντας δημόσια αγαθά και υποβαθμίζοντας το περιβάλλον. Μια πρώτη γεύση αυτής της αντίδρασης ήδη παίρνουμε αυτές τις μέρες στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης. Όπου οι ηγέτες της ανθρωπότητας αρνούνται πεισματικά να δεσμευτούν να υλοποιήσουν αυτά που στις διακηρύξεις τους παραδέχονται ότι επιβάλλεται να γίνουν.
Μένει λοιπόν να αποδειχτεί αν το συλλογικό ένστικτο αυτοσυντήρησης της ανθρωπότητας είναι ισχυρότερο από την ανθρώπινη απληστία...