Είμαστε όλοι κουκουλοφόροι; (Αγγελιοφόρος)

Η δολοφονία του Αλέξη δεν ήταν παρά η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Το οποίο όμως ήταν ήδη γεμάτο. Με αποτέλεσμα η κατάσταση σήμερα να έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Η κυβέρνηση αποδίδει την κρίση σε συνωμοσία και προσπαθεί να την αντιμετωπίσει κατασταλτικά. Οξύνοντας όμως έτσι ακόμη περισσότερο τα πνεύματα. Το ΠΑΣΟΚ ζητά προανακριτική για το Βατοπέδιο και μετά εκλογές. Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη σκέπτεται αν… καταδικάζει τη βία των κουκουλοφόρων.
Ποιοι είναι όμως σήμερα στους δρόμους και τι επιδιώκουν; Είναι άραγε όλοι τους αναρχικοί, που βρήκαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν με βίαιο τρόπο τις αντικρατικές τους εμμονές; Ή μήπως είναι παιδιά της διπλανής πόρτας, που αντιδρούν στο σύστημα που δημιούργησε τους «πραίτορες» των κατ’ επανάληψη «μεμονωμένων» περιστατικών;

Όλοι αυτοί που βγήκαν ξαφνικά στους δρόμους, εκφράζουν την… ανησυχία τους για τις επερχόμενες συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης; Ή μήπως είναι θύματα της σκληρής νεοφιλελεύθερης πολιτικής, που είναι υπεύθυνη για τη φτώχεια και τη διεύρυνση των οικονομικών διαφορών; Μιας πολιτικής που στηρίχτηκε στην ιδεοληψία της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς, οδηγώντας στην ακρίβεια και την ανεργία; Μιας πολιτικής που βάφτισε ελλείμματα τις κοινωνικές δαπάνες και που στο όνομα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, διέλυσε το κοινωνικό κράτος και όξυνε τις κοινωνικές ανισότητες;
Κι όλοι αυτοί που τα σπάνε είναι «ακραία στοιχεία», ή μήπως είναι παιδιά που αντιδρούν στην «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» που στηρίχτηκε στην αντίληψη ότι η Παιδεία δεν είναι δημόσιο αγαθό, αλλά πεδίο άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας; Μιας αντίληψης που οδήγησε στην κατάρρευση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, σηματοδοτώντας το τέλος της εποχής των ίσων ευκαιριών και της ισότιμης πρόσβασης όλων στα αγαθά της ανάπτυξης;
Μήπως ο θυμός στους δρόμους δεν είναι υποκινούμενος, αλλά οφείλεται στην αδικία που προκαλεί η ευνοιοκρατία και η «γαλάζια» κομματικοκρατία; Και μήπως η οργή που ξεχειλίζει ξεκινά από τα δεκάδες σκάνδαλα διαφθοράς και καταλήστευσης του δημόσιου πλούτου κι από την τακτική της συγκάλυψης, της ατιμωρησίας και της καθυστερημένης, της άνευ συνεπειών και γι’ αυτό υποκριτικής, πρωθυπουργικής συγγνώμης;
Μήπως τελικά η κρίση δεν αφορά μόνο 1000 αναρχικούς, αλλά την πλειοψηφία μιας κοινωνίας που εξεγείρεται ενάντια στην αδικία και την κοροϊδία; Και μήπως αυτή η εξέγερση δεν αντιμετωπίζεται με καταστολή, αλλά με αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής και επαναφορά στο κράτος δικαίου;
Μήπως τελικά η καταδίκη της κυβέρνησης στις δημοσκοπήσεις και η λαϊκή οργή στους δρόμους, στέλνουν ένα ηχηρό μήνυμα για την ανάγκη άμεσης αλλαγής πολιτικής;