Η νύχτα της ζαρντινιέρας (Ανεμολογίτες, ΣΚΑΪ)

Τον άγριο ξυλοδαρμό του Κύπριου σπουδαστή Αυγουστίνου Δημητρίου από αστυνομικούς, το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 2006 στη Θεσσαλονίκη, τον είδαν όλοι στις οθόνες της τηλεόρασης. Κατά κύριο λόγο της ιδιωτικής, μια και τα κρατικά κανάλια έμειναν στην επίσημη εκδοχή της αστυνομίας. Σύμφωνα με την οποία η αιτία της κακοποίησης του παιδιού, ήταν μια ζωηρή… ζαρντινιέρα.

Εκείνο που ίσως έχει ενδιαφέρον σήμερα να έρθει στο φως της δημοσιότητας, είναι τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί και οδήγησαν στο θλιβερό περιστατικό, καθώς και οι συνθήκες που επικρατούσαν εκείνο το βράδυ της Παρασκευής, μέσα κι έξω από το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά.

Το ακαδημαϊκό άσυλο
Το έγγραφο του προϊσταμένου της εισαγγελίας της Θεσσαλονίκης, 10 περίπου ημέρες πριν την επέτειο της 17ης Νοέμβρη του 2006, σύμφωνα με το οποίο η αστυνομία, σε περιπτώσεις που συμβαίνουν κακουργηματικές πράξεις ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής, οφείλει να επεμβαίνει εντός του χώρου του πανεπιστημίου χωρίς την άδεια των πρυτανικών αρχών, έχει πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Η νομική ορθότητα της εισαγγελικής παρέμβασης καλύπτεται από τη χρονική συγκυρία, καθώς η εντύπωση που προκαλείται είναι, ότι αυτό αποτελεί προαναγγελία αστυνομικής επέμβασης στο πανεπιστήμιο.

Η συζήτηση ωστόσο δρα ευεργετικά, καθώς οι πρυτανικές αρχές, ο Ενιαίος Σύλλογος Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού, όπως και οι σύλλογοι των φοιτητών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σκέπτονται και συσκέπτονται με ποιον τρόπο θα αντιμετωπίσουν την πρόκληση. Αν δεχτούν την εισαγγελική παρέμβαση, ευθυγραμμίζονται μεν με το πνεύμα και το γράμμα του νόμου για το ακαδημαϊκό άσυλο, δίνουν όμως τη λάθος εντύπωση. Καθώς η εισβολή αστυνομικών στο πανεπιστήμιο, 33 χρόνια μετά τη μοιραία νύχτα της 17ης Νοεμβρίου του 1973, θα προκαλέσει συνειρμούς και θα δημιουργήσει ποικίλες, έως και ανεξέλεγκτες αντιδράσεις. Αν πάλι απορρίψουν την εισαγγελική παρέμβαση, γνωρίζουν πολύ καλά ότι παρανομούν.

Κι οι λογής εχθροί του πανεπιστημιακού ασύλου, που έχουν πολλαπλασιαστεί τελευταία, καιροφυλακτούν για να υποστηρίξουν την κατάργηση ενός θεσμού, που έχει συνδέσει το όνομά του με την Ευρωπαϊκή παράδοση και τις ακαδημαϊκές ελευθερίες. Ενός θεσμού που συμβολίζει την ανεξαρτησία της επιστήμης, της σκέψης και των ιδεών, από κάθε μορφή εξουσίας. Κρατικής, οικονομικής, πολιτικής, ή και θρησκευτικής.

Το πείραμα του ΑΠΘ
Ο πρύτανης του ΑΠΘ Αναστάσιος Μάνθος, από κοινού με τον υπογράφοντα, τότε πρόεδρο του ΕΣΔΕΠ, μετά από διαβούλευση με την κοινότητα, καταλήγουν σε μια λύση που περισσότερο έχει να κάνει με την πρόληψη και καθόλου με την καταστολή: Εισηγούνται το πανεπιστήμιο εκείνη την ημέρα να παραμείνει ανοικτό. Καλούν μάλιστα από κοινού καθηγητές, εργαζόμενους και φοιτητές, να περιφρουρήσουν στην πράξη το άσυλό τους. Η πανεπιστημιακή κοινότητα ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό κι όλοι προετοιμάζονται για τη μεγάλη γιορτή. Που θα συμπέσει με τη μεγάλη ευκαιρία για την έμπρακτη προστασία του ακαδημαϊκού ασύλου από τα ίδια τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Αυτό που στη συνέχεια ονομάστηκε «το πείραμα της Θεσσαλονίκης», αν και ριψοκίνδυνο, αξίζει τον κόπο. Η λογική του είναι προφανής:

·         Η βία, από όπου κι αν προέρχεται, πρέπει να αποφευχθεί.

·         Άλλωστε η βία φέρνει βία.

·         Γι’ αυτό και η κατασταλτική αντιμετώπιση της βίας στην περίπτωση του πανεπιστημίου, μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει.

Η βία κι οι παραβατικές συμπεριφορές δεν αγαπούν το φως. Αναπτύσσονται στο σκοτάδι, στην εγκατάλειψη και την ερημιά. Κι η ιδέα ήταν ακριβώς αυτή: Να υπάρχει στο πανεπιστήμιο φως, κίνηση και ζωή τις θεωρούμενες «δύσκολες» ώρες, αμέσως μετά τη λήξη της πορείας.

Η μεγάλη ημέρα έρχεται και ως εκ θαύματος(?), καταγράφεται στην ιστορία ως η επέτειος με τα λιγότερα επεισόδια και τις ακόμη λιγότερες ζημιές! Ο ίδιος ο πρύτανης, με συνοδεία φοιτητών και καθηγητών, απομακρύνει με προσωπική παρέμβαση τους ένθεν κουκουλοφόρους «ταραξίες» και τους έξωθεν, επίσης κουκουλοφόρους, επίδοξους εισβολείς. Γλυτώνοντας το πανεπιστήμιο από τα χειρότερα. Είναι η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, που μέσα στο πανεπιστήμιο τέτοια μέρα, ενώ διακινούνται χιλιάδες άνθρωποι, δεν ανοίγει ούτε μύτη, δεν καίγεται ούτε ένα αυτοκίνητο και δεν καταστρέφεται ούτε μια τζαμαρία.

Ωστόσο «κάποιοι», φαίνεται να μη συμφωνούν με την ειρηνική έκβαση της γιορτής. Το ανοικτό και ζωντανό πανεπιστήμιο φαίνεται να χάλασε τα σχέδια όσων ήθελαν η επέτειος να συνδυαστεί με βία και αίμα. Αν δεν το πέτυχαν εντός, θα το επιδιώξουν εκτός πανεπιστημιακού ασύλου. Έτσι, όταν τα ελάχιστα γεγονότα που συνέβησαν στην οριογραμμή του χώρου του πανεπιστημίου μεταξύ νεαρών και αστυνομίας έχουν πια σταματήσει εντελώς, στην πλατεία Σιντριβανίου και στη γύρω περιοχή, επικρατούν συνθήκες που παραπέμπουν σ’ ένα παρελθόν αστυνομοκρατίας, που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε. Η κυκλοφορία συνεχίζει να είναι, χωρίς λόγο, απαγορευμένη, η περιοχή αδικαιολόγητα έρημη από πολίτες και αποκομμένη από την πόλη, ενώ το σύνολο των αστυνομικών δυνάμεων, σε όλες τις δυνατές παραλλαγές βρίσκεται παρατεταγμένο εκεί. Οπλισμένοι άνδρες των ΜΑΤ, αστυνομικοί με στολές, άνδρες της ασφάλειας με πολιτικά και καλυμμένα πρόσωπα, (γιατί άραγε?), έχουν καταλάβει κυριολεκτικά την περιοχή. Η σκηνή θυμίζει ταινία με θέμα την κατάλυση της συνταγματικής νομιμότητας σε χώρα του τρίτου κόσμου.

Το φως που διαλύει το σκοτάδι
Μέσα, το πανεπιστήμιο φωτισμένο, σφύζει από ζωή. Έξω, στο σκοτάδι, οι «πραίτορες» το πολιορκούν. Περιμένοντας τη μεγάλη στιγμή, που θα δοθεί το σύνθημα για την εισβολή.

Κι όταν σε λίγο, μετά τις 10.00 τη νύχτα, μιάμιση σχεδόν ώρα μετά τη λήξη και του τελευταίου επεισοδίου, αρχίζει η ειρηνική αποχώρηση από το χώρο του πανεπιστημίου, δίνεται το σύνθημα. Η περιοχή πνίγεται στα δακρυγόνα κι οι αστυνομικοί προχωρούν σε συλλήψεις. Όποιος νεαρός φορεί μπουφάν και έχει το κεφάλι καλυμμένο με σκούφο λόγω κρύου, συλλαμβάνεται εν ψυχρώ. Εκείνη την ώρα, είναι αδιανόητο όπως είναι φυσικό, να ξεχωρίσει κανείς τους εκατοντάδες φοιτητές που αποχωρούν από τις ειρηνικές εκδηλώσεις, από τα 30-40 άτομα όλο κι όλο, (δεν ήταν παραπάνω), που με τις γνωστές κουκούλες, είχαν πράγματι πάρει μέρος νωρίτερα στα περιορισμένα επεισόδια. Κι οι οποίοι, ως υποψιασμένοι, είναι εξαιρετικά πιθανό να διέφυγαν με άλλο τρόπο κι από άλλη οδό…

Εκείνη είναι η ώρα που ο νεαρός Κύπριος σπουδαστής δέχεται βίαιη επίθεση και κακοποιείται από τους «κουκουλοφόρους» αστυνομικούς με τα πολιτικά, με τη γνωστή συνέχεια της ιστορίας. Εκείνη είναι η ώρα που μια παρέα από 8 καθηγητές, επιστρέφοντας από τις εκδηλώσεις, γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του βάναυσου περιστατικού και συγχρόνως θύματα της τρομοκρατίας των «πραιτόρων» που το προκαλούν. Στις απελπισμένες προτροπές των καθηγητών να μεταφερθεί ο αιμόφυρτος νέος στο νοσοκομείο, οι αστυνομικοί σε κατάσταση αμόκ τους επιτίθενται, τους βρίζουν και τους απωθούν. «Τα …. μας θα πάρετε», είναι η χυδαία απάντηση στο εύλογο αίτημα να πάρει κάποιος στο τηλέφωνο ένα ασθενοφόρο. «Ντρεπόμαστε που στέλνουμε τα παιδιά μας στο πανεπιστήμιο, αν οι καθηγητές είναι σαν κι εσάς» φωνάζουν και μεταφέρουν τον τραυματία στο κρατητήριο, όπου περνά τη νύχτα χωρίς περίθαλψη των πληγών του και χωρίς ούτε ένα ποτήρι νερό.

Η μεταφορά του Κύπριου σπουδαστή σε νοσοκομείο γίνεται τελικά μετά από ώρες, τα χαράματα εκείνης της φοβερής νύχτας. Με επίσημη εκδοχή για την εισαγωγή στο νοσοκομείο, τον αυτοτραυματισμό...

Αυτή ήταν ώρα της αλήθειας. Η ώρα που το φως από το ανοικτό πανεπιστήμιο, λίγα μέτρα παρακεί, χύθηκε άπλετο, διαλύοντας το σκοτάδι της βίας. Το σκοτάδι στο οποίο επιδίωξαν να μας κρατήσουν, κοιμίζοντάς μας με παραμύθια για κακούς δράκους με μορφή ζαρντινιέρας και καλούς «πραίτορες» με στολές ή με πολιτικά.

Πόσο τυχαίο είναι τελικά ότι για πρώτη φορά, 33 χρόνια μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στη δικτατορία, εκείνο που κέρδισε τις εντυπώσεις δεν ήταν η ευθύνη του πανεπιστημιακού ασύλου για τη δημιουργία εκδηλώσεων βίας, αλλά αντίθετα, η ασυλία που απολαμβάνει η βία, όταν τα φώτα παραμένουν σβηστά?