Από την ηθικολογία στην πολιτική (ΤΟ ΒΗΜΑ)

Το καλοκαίρι τελειώνει κι η αυλαία της νέας πολιτικής περιόδου ανοίγει, με την κυβέρνηση να προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Δύσκολο να βρεθεί μια πειστική πολιτική εξήγηση γι’ αυτό το νέο ελληνικό παράδοξο. Τι είναι αλήθεια αυτό, που κάνει μια κυβέρνηση που κατά κοινή ομολογία πηγαίνει από το κακό, (ακρίβεια, ανεργία, οικονομική ύφεση, υποκλοπές, κομματισμός, αναξιοκρατία), στο χειρότερο, (νέοι φόροι, αυξήσεις, πληθωρισμός, κερδοσκοπία, εξυπηρέτηση συμφερόντων), να εξακολουθεί παρόλα αυτά, να απολαμβάνει τη λαϊκή επιδοκιμασία?

Η απάντηση ασφαλώς και δε βρίσκεται στις πολυδιαφημισμένες, πλην όμως αναπόδεικτες, πολιτικές αρετές της κυβερνητικής παράταξης. Ούτε όμως και στις φερόμενες ως αδυναμίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το κυβερνητικό παρελθόν και η διεθνής αναγνώριση του έργου της οποίας, αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα των ικανοτήτων της.

Η ΝΔ εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, γιατί συνεχίζει να διατηρεί, ακόμη και σήμερα, την ιδεολογική ηγεμονία. Μια ηγεμονία που οικοδόμησε, μεταφέροντας ευφυώς τη συζήτηση από το ελάχιστα προνομιακό γι’ αυτήν γήπεδο της πολιτικής, στο βολικότερο πεδίο της ηθικολογίας.

Από το πραγματικό λοιπόν επίπεδο της πολιτικής δράσης, όπου η αξιολόγηση στηρίζεται στα έργα και τα απτά αποτελέσματα, η πολιτική αντιπαράθεση πέρασε στο εικονικό επίπεδο της ηθικής, όπου δεν υπάρχουν μετρήσιμα κριτήρια, αλλά μόνο θέσφατα, δόγματα και βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις. Το γεγονός αυτό, έδωσε στη ΝΔ το πλεονέκτημα να μεταθέτει διαρκώς και χωρίς αιτιολόγηση, τις ευθύνες στους πολιτικούς της αντιπάλους. Απολαμβάνοντας ταυτόχρονα αυτή μόνη, (γιατί άραγε?), τα προνόμια της ηθικής και της εντιμότητας.

Η συνταγή βέβαια δεν είναι καινούργια. Από την εποχή ακόμη του Ελευθερίου Βενιζέλου, με το σύνθημα «έξω οι κλέφτες!», έως πρόσφατα την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου και το περίφημο σκάνδαλο Κοσκωτά, η μόνιμη αιχμή της συντηρητικής επίθεσης κατά της δημοκρατικής παράταξης, υπήρξε πάντοτε η ίδια. Μόνον οι μέθοδοι διαφέρουν. Κι εδώ, θα πρέπει να αναγνωριστεί στη συντηρητική παράταξη, ότι βελτίωσε σημαντικά τη μεθοδολογία της.

Αντλώντας λοιπόν εμπειρία από την εποχή Μητσοτάκη και γνωρίζοντας καλά, ότι η αθώωση Παπανδρέου υπήρξε τότε η κύρια αιτία της απώλειας της εξουσίας, απέφυγε προσεκτικά το «λάθος» της ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής. Η οποία τουλάχιστον, θα έδινε τη δυνατότητα στους κατηγορουμένους να δικαστούν και να αποδείξουν την αθωότητά τους. Αντ’ αυτού, επέλεξε τον δρόμο της ατεκμηρίωτης κατασυκοφάντησης και της αοριστολογικής λασπολογίας, με ενισχυμένες όμως δόσεις ανηθικότητας. Καταδίκασε το ΠΑΣΟΚ στη συνείδηση των πολιτών, χωρίς όμως να του δώσει την ευκαιρία της προσφυγής στη δικαιοσύνη. Αφήνοντας έτσι τις εναντίον του κατηγορίες μετέωρες, να πλανώνται και να το βαρύνουν στο διηνεκές.

Να γιατί οι πολίτες σήμερα, παρά τη δυσαρέσκεια που εκδηλώνουν εναντίον της κυβέρνησης, εμφανίζονται διστακτικοί να επιδοκιμάσουν το ΠΑΣΟΚ. Γιατί η μομφή εναντίον του παραμένει. Η κάθαρση δεν έχει επέλθει. Κι όσο τουλάχιστον εξαρτάται από την κυβέρνηση, ούτε και θα επέλθει ποτέ…

Ο απλός συνεπώς πολίτης, έχει κάθε λόγο και σήμερα ακόμη να πιστεύει, ότι ο πρώην πρωθυπουργός υπήρξε πράγματι «αρχιερέας της διαπλοκής», ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν όντως «βουτηγμένο ως το κόκαλο στη διαφθορά» κι ότι τα στελέχη του, έδρασαν περίπου ως σύγχρονοι Ντίλιγκερ και Αλ Καπόνε! Αφού τίποτε δεν υπάρχει που να προστατεύει τη συλλογική τιμή του θύματος αυτής της σκευωρίας.

Η λύση λοιπόν του σημερινού προβλήματος, είναι λάθος να αναζητείται στην πολιτική. Στη συνείδηση του πολίτη, όσο οι καταγγελίες σε βάρος του ΠΑΣΟΚ δεν καταρρίπτονται, είναι σαν να έχουν επαληθευτεί. Κι όσο η κυβέρνηση εξακολουθεί ανενόχλητα να κατέχει, με άνωθεν εντολή, τα πρωτεία της εντιμότητας και της ηθικής, τόσο το ΠΑΣΟΚ θα παραμένει όμηρος. Συνεχίζοντας να είναι ευάλωτο στις κατηγορίες και διατηρώντας τραυματισμένη την αξιοπιστία του. 

Η συγκάλυψη της σκευωρίας κι η αποσιώπηση της υπόθεσης δεν ευνοεί τα θύματα. Αν συνεπώς η αξιωματική αντιπολίτευση επιθυμεί να ανατρέψει τους σημερινούς σε βάρος της συσχετισμούς, θα πρέπει πρώτα να επιδιώξει να αποβάλει την ενοχή που την βαραίνει και να αποκαταστήσει τη λαβωμένη εικόνα της. Αποκαλύπτοντας δημόσια τη σκευωρία, καταγγέλοντας τη, σε βάρος της, αδικία και αποδίδοντας  τεκμηριωμένα στους σημερινούς κυβερνώντες σκοπιμότητα, ιδιοτέλεια και υποκρισία. 

Τα δυόμισι χρόνια συντηρητικής διακυβέρνησης, παρέχουν δεκάδες επιχειρήματα. Τι απέγιναν αλήθεια οι προεκλογικές εξαγγελίες περί καταπολέμησης της διαφθοράς και της διαπλοκής? Και γιατί ξεχάστηκαν έτσι εύκολα τα σκάνδαλα διαφθοράς Ρεγκούζα, Μαντούβαλου και τόσων άλλων κυβερνητικών στελεχών, που τους απέσυραν προσωρινά από την πρώτη γραμμή? Γιατί συγκάλυπταν επί ένα χρόνο το σκάνδαλο των υποκλοπών, αν πράγματι όπως ισχυρίζονται, υπήρξαν κι οι ίδιοι θύματα? Η κυβερνητική εύνοια προς τους πλοιοκτήτες, τι άλλο είναι παρά κορυφαία εκδήλωση διαπλοκής? Και ποιος θα πληρώσει τα διαφυγόντα για το δημόσιο κέρδη από την πώληση της Εμπορικής?

Και τέλος πάντων, σε ποιες επαύλεις και κοσμικές δεξιώσεις, έχουν ταφεί οι αποδείξεις που στηρίζουν το δόγμα που θέλει την εντιμότητα, τη σεμνότητα και την ταπεινότητα, να αποτελούν οιωνεί προνόμια της συντηρητικής παράταξης?

Οι λογαριασμοί με το παρελθόν δεν κλείνουν, αν δεν αποκατασταθούν τα τραύματα κι αν δεν επουλωθούν οι πληγές. Το ΠΑΣΟΚ αν θέλει να κυριαρχήσει και πάλι πολιτικά, πρέπει να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να περάσει στην αντεπίθεση. Η αυλαία της εποχής της ηθικολογίας δε θα πέσει, αν δεν καταπέσει πρώτα η σκευωρία κι αν δεν αναδειχτεί το αληθινό πρόσωπο της σημερινής κυβερνητικής εξουσίας.

Τότε μόνο θα έρθει το πολιτικό παιχνίδι «στα ίσα του». Και τότε μόνο θα έρθει και πάλι η ώρα της πολιτικής…