Η νύχτα των Πραιτόρων (ΤΟ ΒΗΜΑ)

Η συζήτηση για τον άγριο ξυλοδαρμό του Κύπριου σπουδαστή πριν και μετά τη σύλληψή του στη Θεσσαλονίκη από τους εντεταλμένους «πραίτορες» της κυβέρνησης κι η καθυστερημένη κατά 6 ώρες μεταφορά του κακοποιημένου νέου στο νοσοκομείο, μονοπώλησαν και δικαίως, τις τελευταίες ημέρες το ενδιαφέρον της δημόσιας συζήτησης.

Εκείνο που ίσως έχει ενδιαφέρον σήμερα να έρθει στο φως της δημοσιότητας, είναι τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί, καθώς και οι συνθήκες που επικρατούσαν εκείνο το βράδυ της Παρασκευής μέσα κι έξω από το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Κι αυτό, κυρίως γιατί έτσι συμπληρώνεται η εικόνα των γεγονότων που οδήγησαν τόσο στο ίδιο το περιστατικό, όσο και στην αποκάλυψή του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το έγγραφο του προϊσταμένου της εισαγγελίας της Θεσσαλονίκης, 10 περίπου ημέρες πριν την επέτειο της 17ης Νοέμβρη, σύμφωνα με το οποίο η αστυνομία, σε περιπτώσεις που συμβαίνουν κακουργηματικές πράξεις ή αυτόφορα εγκλήματα κατά της ζωής, οφείλει να επεμβαίνει εντός του χώρου του πανεπιστημίου χωρίς την άδεια των πρυτανικών αρχών, έχει πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία στην πόλη. Η νομική ορθότητα της εισαγγελικής παρέμβασης καλύπτεται από τη χρονική συγκυρία, καθώς η εντύπωση που προκαλείται στην πλειοψηφία των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά και στους πολίτες της Θεσσαλονίκης, είναι ότι αυτό αποτελεί προαναγγελία αστυνομικής επέμβασης μέσα στο πανεπιστήμιο.

Η συζήτηση ωστόσο δρα ευεργετικά, καθώς οι πρυτανικές αρχές, τα μέλη της Συγκλήτου, ο Ενιαίος Σύλλογος Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού, όπως και οι σύλλογοι των φοιτητών, σκέπτονται και συσκέπτονται με ποιον τρόπο θα αντιμετωπίσουν την πρόκληση. Αν δεχτούν την εισαγγελική παρέμβαση δίνουν τη λάθος εντύπωση, ανοίγοντας ένα παράθυρο στην έστω και σύννομη σύληση του πανεπιστημιακού ασύλου από την αστυνομία. Γεγονός που ασφαλώς θα προκαλέσει συνειρμούς και θα δημιουργήσει ποικίλες, έως και ανεξέλεγκτες αντιδράσεις. Αν πάλι την απορρίψουν γνωρίζουν ότι παρανομούν, ενώ ταυτόχρονα είναι σαν να παραδέχονται την ανεπάρκεια του σημερινού θεσμικού καθεστώτος. Κι οι λογής εχθροί του πανεπιστημιακού ασύλου έχουν πολλαπλασιαστεί τελευταία και περιμένουν στη γωνία για να υποστηρίξουν την κατάργηση ενός θεσμού, που έχει συνδέσει το όνομά του με την Ευρωπαϊκή παράδοση, τις ακαδημαϊκές ελευθερίες και την ανεξαρτησία της σκέψης και των ιδεών, από κάθε μορφή εξουσίας.

Ο νέος πρύτανης του ΑΠΘ Αναστάσιος Μάνθος, μετά από διαβούλευση με την κοινότητα, καταλήγει σε μια λύση που περισσότερο έχει να κάνει με την πρόληψη και καθόλου με την καταστολή: Εισηγείται κι η Σύγκλητος αποδέχεται, το πανεπιστήμιο εκείνη την ημέρα να παραμείνει ανοικτό. Καλεί μάλιστα καθηγητές, εργαζόμενους και φοιτητές, να περιφρουρήσουν στην πράξη το άσυλό τους. Η πανεπιστημιακή κοινότητα ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό κι όλοι προετοιμάζονται για τη μεγάλη γιορτή. Που θα συμπέσει με τη μεγάλη ευκαιρία για την έμπρακτη προστασία του πανεπιστημιακού ασύλου από τα ίδια τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας. Το «πείραμα της Θεσσαλονίκης», αν και ριψοκίνδυνο, αξίζει τον κόπο.

Η λογική προφανής: Η βία δεν αντιμετωπίζεται με βία. Η βία αγαπά το σκοτάδι. Το σκοτάδι διαλύεται με φως...

Η ημέρα της επετείου έρχεται και ως εκ θαύματος(?), δε συμβαίνει το παραμικρό! Ούτε κατά τη διάρκεια της μεγάλης πορείας, ούτε και μετά, κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων εντός πανεπιστημίου. Ο ίδιος ο πρύτανης, με συνοδεία φοιτητών και καθηγητών, απομακρύνει με προσωπική παρέμβαση τους ένθεν («ταραξίες»), κακείθεν (αστυνομία) επίδοξους εισβολείς και γλυτώνει το πανεπιστήμιο από τα χειρότερα. Είναι η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που μέσα στο πανεπιστήμιο τέτοια μέρα, ενώ διακινούνται χιλιάδες άνθρωποι, δεν ανοίγει ούτε μύτη, δεν καίγεται ούτε ένα αυτοκίνητο και δεν καταστρέφεται ούτε μια τζαμαρία.

Ωστόσο «κάποιοι», φαίνεται να μη συμφωνούν με την ειρηνική έκβαση της γιορτής. Το ανοικτό και ζωντανό πανεπιστήμιο φαίνεται να χάλασε τα σχέδια όσων ήθελαν η επέτειος να συνδυαστεί με βία και αίμα. Αν δεν τα πέτυχαν εντός, θα το επιδιώξουν εκτός πανεπιστημιακού ασύλου. Έτσι, όταν τα ελάχιστα γεγονότα που συνέβησαν στην οριογραμμή του χώρου του πανεπιστημίου μεταξύ νεαρών και αστυνομίας έχουν πια σταματήσει εντελώς, στην πλατεία Συντριβανίου και στη γύρω περιοχή, επικρατούν συνθήκες που παραπέμπουν σε απώτερο παρελθόν. Η κυκλοφορία συνεχίζει να είναι χωρίς λόγο απαγορευμένη, η περιοχή αδικαιολόγητα έρημη από πολίτες και αποκομμένη από την πόλη, ενώ το σύνολο των αστυνομικών δυνάμεων, σε όλες τις δυνατές παραλλαγές, βρίσκεται παρατεταγμένο εκεί. Οπλισμένοι άνδρες των ΜΑΤ, αστυνομικοί με στολές, άνδρες της ασφάλειας με πολιτικά, με κρυμμένα πρόσωπα, (γιατί άραγε?), έχουν καταλάβει κυριολεκτικά την περιοχή. Η σκηνή θυμίζει ταινία από κατάλυση της συνταγματικής νομιμότητας σε χώρα του τρίτου κόσμου.

Μέσα, το πανεπιστήμιο φωτισμένο, σφύζει από ζωή. Έξω, στο σκοτάδι, οι «πραίτορες» το πολιορκούν.

Κι όταν σε λίγο, μετά τις 10.00 τη νύχτα, αρχίζει η ειρηνική έξοδος από το πανεπιστήμιο των συμμετεχόντων στις γιορτές, δίνεται το σύνθημα για να αρχίσει το «πάρτι». Η περιοχή πνίγεται στα δακρυγόνα κι οι αστυνομικοί προχωρούν σε συλλήψεις. Εκείνη την ώρα, είναι αδιανόητο όπως είναι φυσικό, να ξεχωρίσει κανείς τα εκατοντάδες παιδιά που φεύγουν από τις εκδηλώσεις, από τα 30-40 άτομα όλο κι όλο, (δεν ήταν παραπάνω), που πράγματι πήραν μέρος στα περιορισμένα επεισόδια μια ώρα πριν.

Εκείνη είναι η ώρα που ο νεαρός Κύπριος σπουδαστής συλλαμβάνεται και κακοποιείται, με τη γνωστή συνέχεια της ιστορίας. Εκείνη είναι η ώρα που μια παρέα από 8 καθηγητές, επιστρέφοντας από τις εκδηλώσεις, γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του βάναυσου περιστατικού και συγχρόνως θύματα της τρομοκρατίας των «πραιτόρων» που το προκαλούν. Εκείνη είναι η ώρα της αλήθειας. Η ώρα που το φως από το ανοικτό πανεπιστήμιο, λίγα μέτρα παρακεί, χύνεται άπλετο, διαλύοντας το σκοτάδι της βίας. Το σκοτάδι στο οποίο επιδίωξαν να μας κρατήσουν, κοιμίζοντάς μας με αστεία παραμύθια για κακούς δράκους με μορφή ζαρντινιέρας και καλούς «πραίτορες» με στολές ή με πολιτικά.

Πόσο τυχαίο είναι τελικά, ότι για πρώτη φορά 33 χρόνια μετά, εκείνο που απασχολεί δεν είναι η ενοχή του πανεπιστημιακού ασύλου, αλλά αντίθετα, η ασυλία που απολαμβάνει η βία των λογής «πραιτόρων»?